

Γράφει ο Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Όταν ο κόσμος αλλάζει ραγδαία, τότε η «σταθερότητα» δεν είναι η καλύτερη λύση
Μόνιμη επωδός της κυβερνητικής ρητορικής το τελευταίο διάστημα, πιο σωστά της ρητορικής που διοχετεύεται στους φιλοκυβερνητικούς διαμορφωτές κοινής γνώμης για να την διακινήσουν μέσω της αρθρογραφίας τους, είναι ότι μέσα σε έναν κόσμο μεγάλων ανακατατάξεων, που εύλογα προκαλούν ανησυχία στους πολίτες, αυτό που χρειάζεται η χώρα, είναι πολιτική σταθερότητα και όχι «πολιτικές περιπέτειες».
Είναι η περίφημη θεωρία του «σταθερού χεριού στο τιμόνι», που μάλιστα παρουσιάζεται ως να δικαιώνεται κιόλας από τις δημοσκοπήσεις που καταγράφουν μια αύξηση της συσπείρωσης της Νέας Δημοκρατίας. Βεβαίως, αυτό που δεν σημειώνουν όσοι πανηγυρίζουν για κάθε δημοσκοπική ανάκαμψη της Νέας Δημοκρατίας, είναι ότι αυτή σε μεγάλο βαθμό δεν αποτυπώνει διεύρυνση εκλογική αλλά επαναπατρισμό ενός μέρους της δεξιάς ψήφου που δημοσκοπικά φάνηκε να πηγαίνει προς την ακροδεξιά. Αντίστοιχα δεν σημειώνουν ότι είναι σχεδόν άτοπο να μιλάμε για έγκυρες δημοσκοπικές προβλέψεις όταν στις μετρήσεις δεν συμπεριλαμβάνονται τα κόμματα που θα ανακοινωθούν πριν τις εκλογές και που σε κάθε περίπτωση θα διαμορφώσουν νέες αφετηρίες ως προς τον πολιτικό σχεδιασμό.
Όμως, είναι ακριβώς το γεγονός ότι είμαστε σε έναν κόσμο που αλλάζει, που δείχνει τα όρια της πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και ο λόγος είναι πάρα πολύ απλός: όταν ο κόσμος αλλάζει, τότε η πολιτική ηγεσία της χώρας πρέπει να μπορεί να σκεφτεί και να δράσει με τρόπο που να αντιστοιχεί σε αυτές τις αλλαγές. Γιατί πολύ απλά απαντήσεις που ήταν προσανατολισμένες σε μια διαφορετική συγκυρία δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικές μέσα στις αλλαγές που συμβαίνουν.
Αυτό, ακριβώς είναι κάτι που το ζούμε και το τελευταίο διάστημα στη χώρα μας. Καταρχάς είμαστε σε μια διαφορετική γεωπολιτική συγκυρία από αυτή που είχαμε το 2019 ή ακόμη και το 2023. Μέχρι τότε, μπορούσε κανείς να μιλάει για μια σχετικά ενιαία «Δύση» στην οποία η χώρα αναγκαστικά έπρεπε να προσανατολίζεται για να έχει ένα πλέγμα συμμαχιών που θα της επέτρεπε να αναμετρηθεί και με την βασική πρόκληση που είναι η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών με βάση το διεθνές δίκαιο. Και τότε η μονόπλευρη προσκόλληση είχε προβλήματα – ο κόσμος είναι εδώ και καιρό πολυπολικός – αλλά εξακολουθούσε να φαντάζει συνεκτική κατεύθυνση.
Σήμερα, όμως, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Τα ρήγματα ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη είναι αρκετά πιο βαθιά, με αποκορύφωμα τον πόλεμο στο Ιράν, που είναι επικίνδυνος και καταστροφικός. Τα όσα έγιναν στη Γάζα και η γενοκτονία εκεί έχουν μεταστρέψει την κοινή γνώμη σε αρκετές χώρες και δεν υπάρχει η ίδια αποδοχή της πλήρους στήριξης στις επιλογές της ακροδεξιάς κυβέρνησης του Ισραήλ. Τέσσερα χρόνια μετά η ανάγκη για να υπάρξει ειρήνη και τέλος του πολέμου στην Ουκρανία και άρα μια επανέναρξη σχέσεων με τη Ρωσία έχει τεθεί στο τραπέζι – δείτε πώς υπάρχει αυτές τις μέρες μεγαλύτερη ανοχή στο ρωσικό πετρέλαιο στο βαθμό που αποτρέπει την ενεργειακή κρίση. Η Κίνα στα μάτια αρκετών αρχίζει να φαντάζει ως δύναμη σχετικής σταθερότητας και όχι ως ο μεγάλος «εχθρός».
Σε ένα τέτοιο τοπίο προφανώς και τα βήματα πρέπει να είναι προσεκτικά. Ιδίως όταν η Τουρκία έχει δείξει ότι προσπαθεί να διατηρήσει ρόλο περιφερειακής δύναμης. Όμως, σίγουρα δεν μπορούν τα βήματα αυτά να είναι η αμηχανία της τωρινής κυβέρνησης, που έκανε μια εξωτερική πολιτική της «προσκόλλησης» που σήμερα δεν μπορεί να απαντήσει στις αλλαγές. Γιατί δεν έχει την κουλτούρα ότι η Ελλάδα μπορεί να έχει δική της φωνή και να παίρνει δικές της πρωτοβουλίες – την ώρα που ιδίως για την άμεση κατάπαυση του πυρός αυτό θα ήταν παραπάνω από αναγκαίο. Γιατί ιδεολογικοποιεί σε τέτοιο βαθμό την εξωτερική πολιτική που δεν μπορεί να σκεφτεί έξω από τη λογική της «σωστής πλευράς της ιστορίας». Γιατί παραβλέπει ότι τμήμα της άμυνας μιας χώρας είναι και ο βαθμός κοινωνικής συνοχής που έχει.
Αντίστοιχα, έχουμε και οικονομικές αλλαγές για τις οποίες η κυβέρνηση είναι απροετοίμαστη. Γιατί ήρθε στην εξουσία την ώρα που στη χώρα είχε ήδη ξεκινήσει μια ανάκαμψη αρκετά έντονη, ακριβώς γιατί είχε προηγηθεί η μνημονιακή συρρίκνωση, γιατί η πανδημία μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τη δημοσιονομική χαλάρωση, και γιατί μετά είχε να διαχειριστεί τους επιπλέον πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.
Τώρα, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι ρυθμοί ανάπτυξης βαίνουν προς υποχώρηση καθώς τελειώνει το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ ήδη έχουμε τις οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν. Κλάδοι που λειτούργησαν ως «ατμομηχανές» όπως ο τουρισμός μπορεί να μην έχουν την ίδια δυναμική από εδώ και πέρα. Το παραγωγικό μοντέλο που έχει υιοθετηθεί δείχνει να σπρώχνει τη χώρα σε ολοένα και μεγαλύτερη απόκλιση από την υπόλοιπη Ευρώπη, με πιο χαρακτηριστική ένδειξη ότι οι μισθοί με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη και η χώρα αντιμετωπίζει κρίση κόστους ζωής.
Και βέβαια έχει αλλάξει και η κοινωνία. Το 2019 η χώρα ήταν ακόμη σε μια φάση «μειωμένων προσδοκιών». Το μόνον που την ένοιαζε ήταν η επιστροφή σε μια «κανονικότητα», αντί για τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της περασμένης δεκαετίας. Μόνο που πλέον τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η κοινωνία δεν μπορεί να δεχτεί άλλο ως «κανονικότητα» την περιφρόνηση για τους θεσμούς, την προσπάθεια χειραγώγησης της δικαιοσύνης, την κυβερνητική αλαζονεία, τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα που διακυβεύουν κρίσιμους πόρους, όπως αυτή για τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους, την ώρα που η κυβέρνηση δεν απαντά με βαθιές διορθωτικές τομές, αλλά με την προκλητική επιμονή ότι έχει ασυλία επειδή έχει την πλειοψηφία. Να το πω διαφορετικά: το 2019 οι άνθρωποι ήθελαν μια διακυβέρνηση που δεν θα δημιουργούσε εντάσεις, δεν θα τους απασχολούσε πολύ και απλώς θα ζούσαν τη ζωή τους με λιγότερη ανασφάλεια. Το 2026 οι ίδιοι άνθρωποι με σαφήνεια δηλώνουν στις δημοσκοπήσεις ότι δεν μπορούν να έχουν μια κυβέρνηση που όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όπως την ακρίβεια, αλλά και προσθέτει τον κίνδυνο αποδιάρθρωσης της ικανότητας να λειτουργεί ένα κράτος που ολοένα και περισσότερο αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός εξυπηρέτησης «ειδικών συμφερόντων».
Και είναι βέβαιο ότι οι άνθρωποι δεν νιώθουν καθόλου ασφαλείς όταν έχουν μια κυβέρνηση που όχι μόνο προμηθεύτηκε (όπως επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά ένας εκ των καταδικασθέντων «ιδιωτών») παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό για να παρακολουθεί υπουργούς, ανώτατους αξιωματικούς, δικαστικούς, δημοσιογράφους, και επιχειρηματίες, αλλά και στη συνέχεια προσπάθησε και προσπαθεί να συγκαλύψει την πραγματική ευθύνη της γι’ αυτό, παρότι αυτή είναι ολοφάνερη στις 1930 σελίδων των καθαρογραμμένων πρακτικών και της απόφασης της δίκης των «ιδιωτών».
Όλα αυτά εξηγούν γιατί τα πράγματα έχουν αλλάξει και άρα πρέπει να αλλάξει και η διακυβέρνηση της χώρας, δηλαδή να αλλάξει η εξωτερική πολιτική, η οικονομική πολιτική και το παραγωγικό σχέδιο, και να ανασυγκροτηθούν οι θεσμοί που εξασφαλίζουν ότι το κράτος μπορεί να κάνει τη δουλειά του. Και αυτή είναι μια επείγουσα ανάγκη.
Γιατί όταν ο κόσμος αλλάζει δεν χρειάζεται γενικά σταθερό χέρι στο τιμόνι. Χρειάζεται χέρι που να μπορεί να στρίψει και να αλλάξει ρότα το σκάφος για να αποφύγει τα βράχια. Και αυτό δεν φαίνεται να μπορεί να το κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του.
IN.GR











