Η βελγική οικονομία αρχίζει να λυγίζει υπό το βάρος της ενεργειακής κρίσης, του υψηλότερου πληθωρισμού και της δημοσιονομικής προσαρμογής, χωρίς πάντως να έχει περάσει ακόμη σε ύφεση.
Όπως σχολιάζει σε ανάλυσή της η ING, η ανάπτυξη της βελγικής οικονομίας παραμένει εξαιρετικά ασθενής, οι επενδύσεις υποχωρούν και οι πιέσεις στις τιμές διευρύνονται, την ώρα που η κυβέρνηση καλείται να συμφωνήσει σε ένα πακέτο μόνιμων εξοικονομήσεων ύψους 10 δισ. ευρώ.
Μετά την αύξηση του ΑΕΠ κατά μόλις 0,2% στο α’ τρίμηνο, η οικονομία έμεινε στάσιμη. Η κατανάλωση των νοικοκυριών παρέμεινε σχετικά ανθεκτική, με άνοδο 0,4%, παρά το πρώτο κύμα αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας. Αντίθετα, οι επιχειρηματικές επενδύσεις μειώθηκαν κατά 0,7% και οι δημόσιες επενδύσεις κατά 8%.
Ιδιαίτερα αδύναμη παραμένει η βιομηχανία, όπου η δραστηριότητα περιορίστηκε κατά 0,6% σε τριμηνιαία βάση. Η βιομηχανική προστιθέμενη αξία στο Βέλγιο εξακολουθεί το 2026 να βρίσκεται χαμηλότερα από τα επίπεδα στα οποία βρισκόταν στα τέλη του 2019.
Στα τέλη Ιουνίου υπήρχαν προσδοκίες ότι η αποκλιμάκωση των ενεργειακών τιμών θα είχε διάρκεια, ανοίγοντας τον δρόμο για ομαλοποίηση τόσο της οικονομικής δραστηριότητας όσο και του πληθωρισμού. Η βελτίωση αυτή είχε ενισχύσει την εμπιστοσύνη καταναλωτών και επιχειρήσεων μέσα στο καλοκαίρι, ενώ η κεντρική τράπεζα του Βελγίου εκτιμούσε, με βάση τα στοιχεία Ιουλίου και Αυγούστου, ότι η ανάπτυξη θα μπορούσε να ανακάμψει κατά 0,3% στο τρίτο τρίμηνο.
Οι εξελίξεις από τον Αύγουστο έχουν αλλάξει την εικόνα. Η νέα κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων διέψευσε τις ελπίδες για γρήγορη εξομάλυνση. Τον Σεπτέμβριο, οι τιμές του ντίζελ ξεπέρασαν ακόμη και τα υψηλά των αρχών Απριλίου, ενώ οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου βρίσκονται πλέον σε επίπεδα υπερδιπλάσια σε σχέση με την αρχή του έτους.
Το αποτέλεσμα αρχίζει να αποτυπώνεται και στην ψυχολογία των νοικοκυριών. Σε συνδυασμό με τα πρώτα μέτρα δημοσιονομικής σύσφιγξης, η νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους οδήγησε την καταναλωτική εμπιστοσύνη τον Σεπτέμβριο πίσω στα χαμηλά του Μαΐου.
Οι ενδείξεις παραπέμπουν σε ένα υποτονικό έτος και, παρά το γεγονός ότι η ύφεση προς το παρόν δεν αποτελεί το βασικό σενάριο, ωστόσο η ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει πολύ ασθενής.
Πληθωρισμός στο 5%;
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο είναι ο πληθωρισμός. Με τις τιμές καυσίμων και φυσικού αερίου να αυξάνονται, ο πληθωρισμός επέστρεψε πάνω από το 4% τον Αύγουστο. Οι λογαριασμοί φυσικού αερίου των νοικοκυριών και οι τιμές των καυσίμων κίνησης ήταν αυξημένες πάνω από 24% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Τους επόμενους μήνες ο πληθωρισμός αναμένεται να κινηθεί ακόμη υψηλότερα. Οι ενεργειακές τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ πριν από έναν χρόνο υποχωρούσαν, γεγονός που επιβαρύνει τη σύγκριση σε ετήσια βάση. Παράλληλα, η διατήρηση των υψηλών τιμών ενέργειας για περισσότερο από έξι μήνες αυξάνει τον κίνδυνο να περάσουν οι ανατιμήσεις σε περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες.
Οι βελγικές υπηρεσίες εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να ξεπεράσει προσωρινά το 5% από τα τέλη του έτους, εφόσον δεν υπάρξει ουσιαστική βελτίωση στο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Ώρα δύσκολων αποφάσεων
Το τρίτο και ίσως πιο σύνθετο πρόβλημα αφορά τα δημόσια οικονομικά. Οι επόμενες εβδομάδες θεωρούνται καθοριστικές, καθώς ο πρωθυπουργός επιδιώκει συμφωνία για μόνιμη εξοικονόμηση 10 δισ. ευρώ στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
Λογιστικά, η αύξηση των εσόδων ή η μείωση των δαπανών είναι σχετικά απλή. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές της ING, πολύ δυσκολότερος είναι ο σχεδιασμός μέτρων που θα περιορίζουν την επιβάρυνση στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και στην οικονομική δραστηριότητα. Σε πολιτικό επίπεδο, η άσκηση αυτή αναμένεται να οξύνει τις εντάσεις μεταξύ των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού.
«Ένα ακραίο σενάριο θα ήταν ακόμη και η κατάρρευση της κυβέρνησης. Δεν αποτελεί το βασικό ενδεχόμενο, αλλά θα είχε σαφείς οικονομικές συνέπειες, όπως περαιτέρω επιδείνωση της εμπιστοσύνης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, χαμηλότερη ανάπτυξη και πιθανή αύξηση του risk premium που ζητούν οι επενδυτές για να διακρατούν βελγικό κρατικό χρέος» αναφέρουν οι αναλυτές της ING.
Εκτιμούν πάντως ότι ακόμη κι αν επιτευχθεί συμφωνία, η οικονομία δύσκολα θα ανακάμψει άμεσα. Η δημοσιονομική εξυγίανση μπορεί σε βάθος χρόνου να ενισχύσει την εμπιστοσύνη και να στηρίξει κατανάλωση και επενδύσεις. Βραχυπρόθεσμα, όμως, η δημοσιονομική σύσφιγξη θα αφαιρέσει μέρος της ήδη περιορισμένης δυναμικής.
INSIDER.GR











