Η ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ μπορεί να αποδειχθεί καλή είδηση για το πετρέλαιο, όχι όμως απαραίτητα για όσους γεμίζουν το ρεζερβουάρ τους. Οι αγορές εξετάζουν το ενδεχόμενο ο Ντόναλντ Τραμπ, υπό αυξημένη πολιτική πίεση, να επιδιώξει συμφωνία με το Ιράν και αποκλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω υποχώρηση των διεθνών τιμών, χωρίς να εξασφαλίζει ανάλογη μείωση στην αντλία.
Η εξήγηση βρίσκεται στις διαφορετικές συνθήκες προσφοράς του αργού και των διυλισμένων προϊόντων. Παρότι οι διεθνείς ροές πετρελαίου εμφανίζουν σημάδια αποκατάστασης, η παραγωγή και διακίνηση καυσίμων εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμούς. Το πρόβλημα αφορά ιδιαίτερα το diesel, με επιπτώσεις που ξεπερνούν τις οδικές μεταφορές και φτάνουν στο κόστος παραγωγής και στις τιμές των προϊόντων.
Η αποκλιμάκωση των τιμών και το εμπόδιο των διυλιστηρίων
Το Brent υποχώρησε την Τετάρτη κατά 1,44%, στα 102,11 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI διαμορφώθηκε στα 95,20 δολάρια, με απώλειες 0,93%, κατά τη διάρκεια των συναλλαγών. Οι επενδυτές αξιολογούν τις πιθανότητες διπλωματικής διεξόδου με το Ιράν, χωρίς να θεωρούν δεδομένο ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα οδηγήσει σε αλλαγή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Κυβερνήσεις του Περσικού Κόλπου εκτιμούν ότι ο Τραμπ έχει πλέον ισχυρότερο κίνητρο να περιορίσει τη σύγκρουση. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, θα μπορούσε να αξιοποιήσει την πολιτική του αποδυνάμωση για να διεκδικήσει ευνοϊκότερους όρους.
Η αποκατάσταση της ενεργειακής τροφοδοσίας, πάντως, δεν εξαρτάται μόνο από τις διπλωματικές εξελίξεις. Σύμφωνα με στοιχεία της Vortexa που επικαλείται το Reuters, οι συνολικές εξαγωγές αργού, συμπυκνωμάτων και διυλισμένων προϊόντων από τον Περσικό Κόλπο διαμορφώθηκαν τον Οκτώβριο στα 17,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έναντι 18,9 εκατ. τον Σεπτέμβριο, παραμένοντας περίπου στο 75% των προπολεμικών επιπέδων.
Η ανάκαμψη των εξαγωγών αργού δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη βελτίωση στις εξαγωγές έτοιμων καυσίμων. Τα διυλιστήρια χρειάζονται χρόνο, επαρκή παραγωγική δυναμικότητα και ομαλές εμπορικές ροές για να καλύψουν τη ζήτηση. Αυτό δημιουργεί το ενδεχόμενο οι τιμές των τελικών προϊόντων να αποκλιμακωθούν με σημαντική καθυστέρηση.
Οι ελλείψεις που μπορεί να διατηρηθούν μέχρι το 2027
Οι δυσκολίες είχαν καταγραφεί πριν από τις αμερικανικές εκλογές. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) προειδοποίησε τον Οκτώβριο ότι η στενότητα στην αγορά μεσαίων αποσταγμάτων ενδέχεται να συνεχιστεί και το 2027, καθώς οι διαταραχές στη Μέση Ανατολή και στη Ρωσία έχουν περιορίσει τις εξαγωγές και έχουν επιβαρύνει τα αποθέματα.
Τον Σεπτέμβριο, οι συνδυασμένες απώλειες εξαγωγών από τις δύο περιοχές έφτασαν τα 1,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 4,5% της παγκόσμιας ζήτησης για πετρέλαιο κίνησης και συναφή καύσιμα. Την ίδια περίοδο, το πρόσθετο περιθώριο του diesel έναντι του αργού πλησίασε τα 95 δολάρια ανά βαρέλι, σύμφωνα με τον IEA, αποτυπώνοντας την ένταση των ελλείψεων. Η αναμενόμενη αύξηση της παραγωγής των διυλιστηρίων προς το τέλος του έτους μπορεί να βελτιώσει την κατάσταση, χωρίς όμως να καλύψει πλήρως το έλλειμμα. Ο Οργανισμός προβλέπει ότι η αγορά θα παραμείνει υπό πίεση τουλάχιστον κατά το πρώτο εξάμηνο του 2027.
Η ρωσική παράμετρος και το δίλημμα της Ουάσιγκτον
Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στις ΗΠΑ μπορεί να περιπλέξει περαιτέρω την εικόνα. Η κυβέρνηση Τραμπ είχε χαλαρώσει περιορισμούς στις ρωσικές εξαγωγές καυσίμων, επιδιώκοντας να ενισχύσει την προσφορά και να συγκρατήσει τις τιμές. Με τους Δημοκρατικούς να αποκτούν τον έλεγχο του Κογκρέσου, οι αποφάσεις αυτές ενδέχεται να δεχθούν εντονότερη πολιτική πίεση.
Σύμφωνα με το Reuters, ο Δημοκρατικός βουλευτής Gregory Meeks έχει ήδη καταθέσει διακομματική νομοθετική πρωτοβουλία για τον περιορισμό της επανόδου ρωσικών ποσοτήτων στις διεθνείς αγορές. Εάν οι περιορισμοί αυστηροποιηθούν, η προσφορά θα μπορούσε να δεχθεί νέες πιέσεις ακόμη και σε περίπτωση αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης με το Ιράν. Έτσι, δύο πιθανές συνέπειες της εκλογικής ήττας του Τραμπ θα μπορούσαν να λειτουργήσουν προς αντίθετες κατευθύνσεις: η διπλωματική αποκλιμάκωση να πιέζει τις τιμές προς τα κάτω και η αυστηρότερη στάση απέναντι στη Ρωσία να περιορίζει τη διαθεσιμότητα καυσίμων.
Τι σημαίνει για την ελληνική αγορά
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αφορά πολύ περισσότερα από το κόστος μετακίνησης. Το πετρέλαιο κίνησης χρησιμοποιείται εκτεταμένα στις εμπορευματικές μεταφορές, στην αγροτική παραγωγή και σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα οι αυξήσεις του να μεταφέρονται σταδιακά στο κόστος προϊόντων και υπηρεσιών.
Οι τιμές στην αντλία εξαρτώνται από τις διεθνείς τιμές των διυλισμένων προϊόντων, τα περιθώρια διύλισης, την ισοτιμία ευρώ – δολαρίου, τη φορολογία και τον χρόνο μετακύλισης των μεταβολών στη λιανική. Επομένως, η αποκλιμάκωση στις διεθνείς αγορές δεν εξασφαλίζει άμεση ή ανάλογη ελάφρυνση για τους Έλληνες καταναλωτές. Το επόμενο διάστημα, κρίσιμη θα είναι η ανάκαμψη των εξαγωγών καυσίμων από τη Μέση Ανατολή, η αναπλήρωση των αποθεμάτων και η εξέλιξη των περιθωρίων διύλισης.
Το βράδυ της Τετάρτης, η πτώση του πετρελαίου πήρε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, με το Brent να υποχωρεί στα 94,73 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας απώλειες 8,48%. Οι προσδοκίες για αποκλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν οδήγησαν σε νέα υποχώρηση των τιμών, καθώς περιορίστηκαν οι φόβοι για περαιτέρω διαταραχές στην τροφοδοσία της διεθνούς αγοράς. Στο επίκεντρο παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται σημαντικό μέρος των παγκόσμιων θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου. Η προοπτική ομαλοποίησης της ναυσιπλοΐας μπορεί να περιορίσει περαιτέρω το ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου που έχει ενσωματωθεί στις τιμές.
Ωστόσο, οι ναυτιλιακές εταιρείες και οι ασφαλιστές θα χρειαστούν σαφέστερες ενδείξεις για την ασφάλεια των διελεύσεων προτού επανέλθουν πλήρως οι μεταφορές. Γι’ αυτό και ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πλέον η πορεία των ναύλων και των ασφαλίστρων των δεξαμενόπλοιων, που θα δείξει εάν η υποχώρηση των τιμών συνοδεύεται από πραγματική βελτίωση των συνθηκών μεταφοράς πετρελαίου.
INSIDER.GR











