Η περίοδος σχετικής ηρεμίας που επικράτησε τον τελευταίο μήνα ανάμεσα στο Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες τερματίστηκε απότομα αυτή την εβδομάδα με μια νέα ανταλλαγή πυρών.
Σύμφωνα με το CNN, η εξέλιξη αυτή επαναφέρει την ευρύτερη περιοχή σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο και δυνητικά μη βιώσιμο στρατιωτικό αδιέξοδο. Οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν εκ νέου ιρανικούς στόχους την Τρίτη, προκαλώντας την αντίδραση της Τεχεράνης, η οποία προχώρησε σε επιθέσεις εναντίον της Ιορδανίας, του Μπαχρέιν και του Κουβέιτ. Τα χτυπήματα αυτά σημειώθηκαν παρά την προειδοποίηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι οποιαδήποτε αντίποινα θα οδηγούσαν σε ένα πολύ πιο σκληρό αμερικανικό χτύπημα.
Η νέα ανταλλαγή πυρών ΗΠΑ-Ιράν ανατρέπει την ηρεμία, φέρνοντας τις δύο πλευρές σε επικίνδυνο αδιέξοδο
Παρά την αναζωπύρωση της έντασης, οι επιθέσεις παρέμειναν περιορισμένης κλίμακας, σε αντίθεση με τις σφοδρότερες συγκρούσεις που σημειώθηκαν πριν από ένα μήνα. Η στάση αυτή καταδεικνύει την απροθυμία και των δύο πλευρών να συρθούν σε μια γενικευμένη πολεμική σύρραξη. Όπως σημείωσε ο πρώην επικεφαλής του ιρανικού τμήματος των ισραηλινών στρατιωτικών πληροφοριών, οι δύο πλευρές έχουν επικεντρωθεί σε στρατιωτικούς στόχους, αποφεύγοντας τις ενεργειακές υποδομές και τους αμάχους.
Παράλληλα, παρά τις απειλές ανώτατων Ιρανών αξιωματούχων, η Τεχεράνη δεν έχει επαναλάβει τα χτυπήματα εναντίον της Σαουδικής Αραβίας ή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Η τρέχουσα κατάσταση, ωστόσο, κρίνεται εξαιρετικά επισφαλής, καθώς ένας λάθος υπολογισμός θα μπορούσε να παρασύρει τα δύο κράτη σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ από το Ιράν και η αμερικανική οικονομική πίεση καθίστανται ολοένα και πιο μη βιώσιμες πρακτικές και για τις δύο πλευρές.
Το κόστος για την Ουάσιγκτον και το στρατιωτικό αδιέξοδο
Σε διπλωματικό επίπεδο, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν προτίθεται να διαπραγματευτεί με την Τεχεράνη, χαρακτηρίζοντας μια ενδεχόμενη συμφωνία ως άχρηστη και δηλώνοντας ικανοποιημένος με την τρέχουσα θέση των ΗΠΑ. Η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί ότι καταγράφει νίκες στα Στενά του Ορμούζ, όπως φάνηκε την Τρίτη όταν αμερικανικές δυνάμεις συνόδευσαν με ασφάλεια 40 εμπορικά πλοία —τα οποία μετέφεραν 18 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου— καταγράφοντας ρεκόρ εν μέσω πολέμου.
Πέρα όμως από την πολιτική ρητορική, οι συνέπειες της σύγκρουσης γίνονται αισθητές στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με το κόστος του πολέμου να εκτιμάται ότι είχε αγγίξει τα 40 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι τον Ιούλιο. Αν και οι παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου παρουσίασαν μια ελαφρά πτώση την Πέμπτη, παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Στις ΗΠΑ, η μέση τιμή της βενζίνης ανέρχεται πλέον στα 4,14 δολάρια ανά γαλόνι, συγκριτικά με τα 3,19 δολάρια πριν από έναν χρόνο. Τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου της χώρας έχουν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1983, καθώς η κυβέρνηση αντλεί διαρκώς ποσότητες για να αμβλύνει τις οικονομικές επιπτώσεις. Επιπλέον, ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς δεν έδωσε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τη λήξη της σύγκρουσης, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ευθύνη βαραίνει την Τεχεράνη.

Στενά του Ορμούζ, 2 Σεπτεμβρίου 2026
Σε στρατιωτικό επίπεδο, η Ουάσιγκτον εξαντλεί με ταχύτατους ρυθμούς τα οπλοστάσιά της. Πληροφορίες αναφέρουν ότι οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν καταναλώσει σχεδόν το 80% των αναχαιτιστικών πυραύλων του αμυντικού συστήματος THAAD και περίπου τα μισά βλήματα των συστημάτων Patriot από την έναρξη των εχθροπραξιών. Ο πρόεδρος Τραμπ διαβεβαίωσε ότι υπάρχουν μαζικά αποθέματα, ωστόσο παραδέχτηκε ότι παρατηρούνται ελλείψεις σε συγκεκριμένα πυρομαχικά.
Η δυσαρέσκεια των πολιτών αποτυπώνεται έντονα, με έρευνα του Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης (UMass) να δείχνει ότι πάνω από τα δύο τρίτα των Αμερικανών αποδοκιμάζουν τους κυβερνητικούς χειρισμούς. Η συνολική δημοτικότητα του προέδρου έχει κατρακυλήσει στο 32%.
Ακόμη και στους κόλπους του Πενταγώνου καταγράφεται προβληματισμός, καθώς ανώτατοι στρατιωτικοί φέρονται να προειδοποίησαν τον υπουργό Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, ότι η παράταση των επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας είναι μη βιώσιμη και αποδυναμώνει την ικανότητα αντιμετώπισης άλλων διεθνών απειλών.
Η ασφυξία στο Ιράν και η στρατηγική της ρήξης
Στο Ιράν, οι αμερικανικές κυρώσεις έχουν στραγγαλίσει την ήδη παραπαίουσα οικονομία, δυσκολεύοντας την πώληση πετρελαίου. Ο ετήσιος πληθωρισμός έως τον Ιούλιο σκαρφάλωσε στο 66%, με αποτέλεσμα πολλοί πολίτες να στερούνται βασικά αγαθά, όπως τρόφιμα και φάρμακα. Τα ιρανικά αποθέματα οπλισμού αντιμετωπίζουν επίσης σοβαρές ελλείψεις.
Παρά την οικονομική κατάρρευση, η Τεχεράνη γνωρίζει πως μια πλήρης συνθηκολόγηση θα μπορούσε να επιφέρει την πτώση του καθεστώτος. Για τον λόγο αυτό, αναμένεται να επιλέξει την κλιμάκωση, εκτιμώντας ότι δεν αντέχει άλλη οικονομική πίεση και πρέπει να σπάσει το σημερινό αδιέξοδο. Η ταχύτητα των πρόσφατων αντιποίνων δείχνει ότι το Ιράν προτιμά να απαντά παρά να υποχωρεί. Σύμφωνα με αναλυτές, η χώρα δεν έχει το περιθώριο να αποδεχθεί την τάξη πραγμάτων που επιχειρεί να επιβάλει ο Αμερικανός πρόεδρος στα Στενά του Ορμούζ.
Το χάσμα των προσεγγίσεων
Τα γεγονότα αναδεικνύουν μια θεμελιώδη απόκλιση στρατηγικής ανάμεσα στις δύο χώρες. Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να αποφύγει την καθαρά στρατιωτική σύγκρουση, επιδιώκοντας να διατηρήσει τον εγκλωβισμό στο οικονομικό πεδίο. Στον αντίποδα, το Ιράν στοχεύει να διαταράξει τη ναυσιπλοΐα των τάνκερ προκειμένου να αμφισβητήσει την αμερικανική στρατηγική.
Ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε ότι η χώρα του είναι έτοιμη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι ΗΠΑ θα σεβαστούν τις δεσμεύσεις του μνημονίου κατανόησης του περασμένου Ιουνίου. Η απάντηση του Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο, ήταν απορριπτική, δηλώνοντας μέσω της πλατφόρμας Truth Social πως προτιμά τη σημερινή κατάσταση, όπου οι ΗΠΑ έχουν τον έλεγχο των Στενών και η ιρανική οικονομία καταρρέει.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή δύο κρατών που, ενώ αντιλαμβάνονται τους κινδύνους μιας ανεξέλεγκτης σύρραξης, συνεχίζουν να κλιμακώνουν την ένταση. Αναλυτές προειδοποιούν, τέλος, ότι αυτή η εύθραυστη ισορροπία είναι πρακτικά αδύνατο να διατηρηθεί για πολύ.
IN.GR












