Οι σκιές της 11ης Σεπτεμβρίου δεν βαραίνουν μόνο τη μνήμη των χιλιάδων θυμάτων, αλλά και τον ίδιο τον μύθο της παντοδυναμίας των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Η ημέρα που άλλαξε τον ρου της ιστορίας βρήκε την κορυφαία υπηρεσία πληροφοριών του πλανήτη, τη CIA, να παρακολουθεί αμήχανα τα αεροπλάνα να καρφώνονται στους Δίδυμους Πύργους, αναρωτώμενη ποιος ήταν ο πραγματικός εχθρός.
Εκείνο το πρωινό σήμανε το οριστικό τέλος μιας μακράς περιόδου κατά την οποία η αμερικανική κατασκοπεία μαχόταν τον κομμουνισμό, εισάγοντας τις ΗΠΑ σε έναν ανελέητο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που έμελλε να αφήσει την υπηρεσία με μια βαθιά αμαυρωμένη φήμη.

Το απόλυτο xάος στο Λάνγκλεϊ: «Ποια στο διάβολο είναι η Αλ Κάιντα;»
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το ρεπορτάζ του Guardian, η εικόνα στο εσωτερικό των κεντρικών γραφείων της CIA στο Λάνγκλεϊ της Βιρτζίνια την ώρα των επιθέσεων ήταν αποκαρδιωτική, γεμάτη σύγχυση, απροετοιμασία και πανικό. Η Μάργκαρετ Χένοχ, ανώτερη αξιωματούχος αντικατασκοπείας εκείνη την περίοδο, θυμάται την έλλειψη κατεύθυνσης από την ανώτατη ηγεσία όταν εκτυλισσόταν η τραγωδία.
Σαράντα λεπτά μετά το πρώτο χτύπημα στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, ο έβδομος όροφος όπου στεγάζονταν τα ανώτερα στελέχη, συμπεριλαμβανομένου του διευθυντή Τζορτζ Τένετ, ήταν έρημος. Η ηγεσία είχε μεταφερθεί σε ένα ασφαλέστερο κτίριο εντός του συγκροτήματος, αφήνοντας πίσω μεγάλο μέρος του προσωπικού σε κατάσταση αβεβαιότητας, χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν υπήρξε μέριμνα για τους εργαζομένους που παρέμεναν στο κεντρικό κτίριο.

Όταν τελικά δόθηκε η εντολή εκκένωσης για τους χιλιάδες υπαλλήλους, οι γύρω δρόμοι είχαν ήδη φρακάρει. Μεγάλα τμήματα του επιχειρησιακού προσωπικού εγκλωβίστηκαν στα αυτοκίνητά τους, τρέμοντας στην ιδέα ότι αποτελούσαν εύκολο στόχο για το τέταρτο αεροπλάνο που βρισκόταν ακόμη στον αέρα. Το κλίμα ήταν τόσο δραματικό που, σύμφωνα με τη Χένοχ, ένας βετεράνος αξιωματούχος με θητεία στους πολέμους του Βιετνάμ πίστεψε ότι θα άφηνε την τελευταία του πνοή μέσα στο πάρκινγκ της CIA.

Μέσα σε αυτόν τον πανικό, η ανεπάρκεια πληροφοριών γύρω από τη νέα ασύμμετρη απειλή έγινε οδυνηρά εμφανής. Όταν τα τηλεγραφήματα άρχισαν να δείχνουν την Αλ Κάιντα ως υπεύθυνη για το μακελειό, η Χένοχ -όπως και πολλοί άλλοι στην υπηρεσία- χρειάστηκε να ενημερωθεί εσπευσμένα «για το ποια στο καλό ήταν η Αλ Κάιντα», καθώς δεν είχε καμία προηγούμενη γνώση για την οργάνωση.

Τα τραγικά σφάλματα
Το στρατηγικό σφάλμα της CIA πριν από την 11η Σεπτεμβρίου ήταν θεμελιώδες. Όπως εξηγεί ο Στίβεν Κας, πρώην αξιωματούχος της υπηρεσίας σε θέματα αντιτρομοκρατίας, η αμερικανική κατασκοπεία αντιμετώπιζε τους τρομοκράτες κοντόφθαλμα, «σαν να ήταν μια συμμορία μοτοσικλετιστών». Υπήρχε η λανθασμένη αντίληψη ότι η τρομοκρατία μπορούσε να διαχωριστεί από το ευρύτερο γεωγραφικό και πολιτικό της πλαίσιο, αγνοώντας ότι οι τρομοκράτες δεν λειτουργούν σε «κενό αέρος».
Οι καταστροφικές αυτές αστοχίες και η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των υπηρεσιών οδήγησαν σε σαρωτικές αλλαγές. Η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε στη θέσπιση της Πράξης Patriot (2001) που διεύρυνε τις εξουσίες παρακολούθησης, δημιούργησε το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας και ίδρυσε το Γραφείο του Διευθυντή Εθνικών Πληροφοριών (ODNI), με βασικό σκοπό να εξαλειφθούν τα στεγανά και να διασφαλιστεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ 18 διαφορετικών οργανισμών.
Κατασκευασμένη αλήθεια
Ωστόσο, το μεγαλύτερο πλήγμα στο κύρος της CIA δεν προήλθε από την αρχική της απροετοιμασία, αλλά από την επικίνδυνη πολιτική πίεση που της ασκήθηκε στη συνέχεια. Η κυβέρνηση του Τζορτζ Γ. Μπους αναζητούσε διακαώς πληροφορίες που θα μπορούσαν να συνδέσουν το χτύπημα με το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, ώστε να δικαιολογηθεί μια εισβολή στο Ιράκ.

Το αφήγημα αυτό στήθηκε πάνω σε κατασκευασμένα στοιχεία, με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση του Ιρακινού αποστάτη «Curveball» στη Γερμανία, ο οποίος ισχυριζόταν ψευδώς ότι το Ιράκ διέθετε βιολογικά όπλα. Παρά τις δραματικές προειδοποιήσεις της Χένοχ και των συναδέλφων της προς τους ανωτέρους τους ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν «σκουπίδια» και παρά την αγωνιώδη ερώτησή της για το πώς μπορούν να στείλουν ανθρώπους να πεθάνουν βασισμένοι σε τέτοια ψέματα, η κυβέρνηση προχώρησε ακάθεκτη. Οι κατασκευασμένες αυτές πληροφορίες αποτέλεσαν τον κορμό της διαβόητης ομιλίας του υπουργού Εξωτερικών Κόλιν Πάουελ στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τον Φεβρουάριο του 2003. Αργότερα, αποδείχθηκε περίτρανα πως ο «Curveball» ήταν απλώς ένας απατεώνας και πως δεν υπήρχαν όπλα μαζικής καταστροφής.
Η εμμονή πήρε ακόμη πιο παράλογες διαστάσεις γύρω από τον μύθο ότι ο Μοχάμεντ Άτα, ένας εκ των επικεφαλής της 11ης Σεπτεμβρίου, είχε δήθεν συναντηθεί με Ιρακινό αξιωματούχο στην Πράγα λίγους μήνες πριν από τις επιθέσεις.

Αν και η επικεφαλής του σταθμού της CIA στην Πράγα, Σούζαν Μίλερ, μαζί με τις τσεχικές αρχές είχαν αποδείξει ότι τέτοια συνάντηση δεν συνέβη ποτέ, ο αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι τη χρησιμοποιούσε ως επιχείρημα για πόλεμο. Όταν η Μίλερ διέψευσε κατηγορηματικά το γεγονός σε κατ’ ιδίαν ενημέρωση το 2002 ενώπιον του Προέδρου Μπους, της Κοντολίζα Ράις και του υπουργού Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ, ο τελευταίος αντέδρασε πετώντας κάτω το στυλό του γεμάτος αηδία, αδυνατώντας να αποδεχθεί την αλήθεια που χαλούσε τα σχέδιά του.
Η κληρονομιά του πολέμου και οι σκιές του σήμερα
Το αποτέλεσμα ήταν ένας παρατεταμένος πόλεμος και ένα σκοτεινό πρόγραμμα «ενισχυμένων ανακρίσεων» σε μυστικές τοποθεσίες, πρακτικές που αργότερα χαρακτηρίστηκαν επισήμως ως βασανιστήρια, αφήνοντας ανεξίτηλες κηλίδες στο σώμα της αμερικανικής δημοκρατίας και της CIA.
Σήμερα, με την κυβέρνηση Τραμπ να αναταράσσει εκ νέου τη Μέση Ανατολή εμπλεκόμενη σε σύγκρουση με το Ιράν, η ασφάλεια που υποτίθεται ότι έφεραν οι σαρωτικές μεταρρυθμίσεις των μυστικών υπηρεσιών τίθεται ξανά υπό αμφισβήτηση. Η 11η Σεπτεμβρίου δεν σήμανε μόνο την κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων. Υπήρξε το σημείο μηδέν όπου η αναζήτηση της αλήθειας θυσιάστηκε στον βωμό της γεωπολιτικής σκοπιμότητας, αφήνοντας πίσω της έναν διαρκή, αιώνα πόλεμο και μια βαθιά αίσθηση καχυποψίας που στοιχειώνει τον κόσμο μέχρι και σήμερα.
NEWSBREAK.GR











