Ο πόλεμος στο Ιράν θα κρατήσει λίγες εβδομάδες. Το πετρέλαιο θα ανέβει προσωρινά και μετά θα υποχωρήσει. Το Στενό του Ορμούζ θα ανοίξει σχετικά γρήγορα. Η στρατιωτική και οικονομική πίεση θα λυγίσει την Τεχεράνη και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην κατάρρευση του καθεστώτος. Αυτές είναι μερικές μόνο από τις παραδοχές που, μετά από επτά μήνες πολέμου, διαψεύδονται.
Το Brent βρέθηκε ξανά αυτή την εβδομάδα μια ανάσα από τα 110 δολάρια το βαρέλι, ενώ στη φυσική αγορά πετρελαίου οι τιμές είναι ακόμη υψηλότερες καθώς κάποια φορτία στην Ευρώπη έφτασαν τα 136,75 δολάρια, πλησιάζοντας τα ιστορικά υψηλά του Απριλίου.
Η νέα εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου αποτυπώνει ένα μεγάλο πισωγύρισμα. Όσοι τους προηγούμενους μήνες πόνταραν ότι τα χειρότερα έχουν περάσει, τώρα αναγκάζονται να ξανατιμολογήσουν το ενδεχόμενο ενός πολέμου πολύ μεγαλύτερης διάρκειας και ευρύτερης γεωγραφικής έκτασης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ διατεινόταν αρχικά ότι ο πόλεμος θα κρατούσε τέσσερις έως πέντε εβδομάδες. Στα τέλη Μαρτίου έλεγε ότι απέμεναν «ίσως δύο εβδομάδες, ίσως μερικές ημέρες περισσότερο»… Τώρα δηλώνει ότι περιμένει τον πόλεμο να τελειώσει μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, όμως κορυφαίοι σύμβουλοί του φέρονται να τον έχουν προειδοποιήσει ότι η σύγκρουση μπορεί να παραταθεί ακόμη και έως το τέλος της προεδρικής θητείας του, τον Ιανουάριο του 2029. Από τις τέσσερις ή πέντε εβδομάδες, δηλαδή, η συζήτηση έχει φτάσει στα… τέσσερα ή πέντε χρόνια.

Διαδοχικές διαψεύσεις
Στην πρώτη φάση της σύγκρουσης, μεγάλο μέρος της αγοράς όχι μόνο δεν ανησυχούσε, αλλά εμφανιζόταν αισιόδοξο. Αρκετές προβλέψεις για το πετρέλαιο στηρίζονταν στη λογική ενός βίαιου αλλά προσωρινού σοκ, έβλεπαν δηλαδή ένα απότομο risk premium και στη συνέχεια επιστροφή προς πιο φυσιολογικές τιμές. Εκ των υστέρων, αυτή η θετική προκατάληψη αποδείχθηκε ένα από τα μεγαλύτερα λάθη.
Το μεγαλύτερο λάθος ήταν ότι ο πόλεμος αντιμετωπίστηκε ως ένα ακόμη προσωρινό market shock. Υπερεκτιμήθηκε πρώτα η δυνατότητα της αμερικανικής και ισραηλινής στρατιωτικής υπεροχής να μετατραπεί γρήγορα σε πολιτική υποχώρηση της Τεχεράνης. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ μπορούσαν να καταστρέψουν εγκαταστάσεις και να επιβάλουν τεράστιο στρατιωτικό κόστος. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι το Ιράν θα συνθηκολογούσε.
Παράλληλα, η Τεχεράνη αντιμετωπίστηκε περίπου σαν ένας οικονομικός παίκτης που θα έκανε μια απλή ανάλυση κόστους-οφέλους. Ότι, δηλαδή, όσο αυξάνονται οι απώλειες και στενεύουν τα οικονομικά του περιθώρια, τόσο πιο γρήγορα θα κάνει πίσω. Ένα καθεστώς όμως που θεωρεί ότι διακυβεύεται η ίδια του η επιβίωση μπορεί να δεχτεί πολύ μεγαλύτερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος από αυτό που θεωρείται «λογικό».
Υποτιμήθηκε επίσης η ανθεκτικότητα του καθεστώτος. Η κοινωνική δυσαρέσκεια που προϋπήρχε του πολέμου δεν μετατράπηκε σε εσωτερική κατάρρευση. Η εξωτερική επίθεση φαίνεται να λειτούργησε, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, αντίστροφα από ό,τι προσδοκούσαν όσοι πόνταραν στην κατάρρευση. Παρά τη στρατιωτική πίεση, τον ναυτικό αποκλεισμό και την οικονομική ασφυξία, το ιρανικό καθεστώς δεν συνθηκολόγησε. Οι Φρουροί της Επανάστασης έχουν ενισχύσει τον ρόλο τους στην πολεμική και κρατική λειτουργία του Ιράν και η υπόθεση ότι «δεν θα αντέξουν για πολύ» αποδεικνύεται εξίσου επισφαλής με την πρόβλεψη για έναν πόλεμο λίγων εβδομάδων.

Αισιόδοξες ήταν και οι περισσότερες αναγνώσεις για το Ορμούζ. Πολλές αναλύσεις αντιμετώπιζαν το Στενό σχεδόν σαν έναν διακόπτη που θα έκλεινε προσωρινά και μετά θα άνοιγε ξανά. Στην πράξη, όμως, η επιστροφή στην κανονικότητα δεν εξαρτάται μόνο από το αν μερικά πλοία μπορούν να διασχίσουν το Στενό. Πρέπει να πειστούν ασφαλιστές, πλοιοκτήτες και ναυλωτές ότι το ρίσκο έχει εξαλειφθεί ή ότι είναι ξανά ανεκτό. Και κάπως έτσι, η εμπορική κίνηση παραμένει μέχρι σήμερα εξόχως προβληματική και η αγορά εξακολουθεί να πληρώνει υψηλότερα ναύλα και ασφάλιστρα.
Υποτιμήθηκε τέλος και η πιθανότητα να «ανοίξει» ο πόλεμος σε περιφερειακό επίπεδο. Η αρχική συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από το Ιράν και το Ορμούζ, ενώ σήμερα εστιάζει στους Χούθι, στις επιθέσεις στη Σαουδική Αραβία και στην απειλή κατά εναλλακτικών ενεργειακών υποδομών.
Μοιραία, οι λανθασμένες υποθέσεις άγγιξαν και τις εκτιμήσεις για τη νομισματική πολιτική. Αρχικά, αρκετοί αναλυτές εκτιμούσαν ότι το ενεργειακό σοκ θα ήταν τόσο σύντομο ώστε οι κεντρικές τράπεζες δεν θα χρειαζόταν να αυξήσουν τα επιτόκια. Η υπόθεση ήταν ξανά η ίδια, ότι το πετρέλαιο θα αποκλιμακωθεί γρήγορα, οι δευτερογενείς επιπτώσεις θα είναι περιορισμένες και ο πληθωρισμός θα επιστρέψει χαμηλότερα. Κι αυτή η πρόβλεψη διαψεύστηκε, ασχέτως αν οι αυξήσεις επιτοκίων είναι ή δεν είναι η ενδεδειγμένη αντίδραση απέναντι σε μια κρίση με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Σήμερα, αρκετοί από αυτούς τους αναλυτές επιμένουν ότι, ακόμα κι αν χρειαστούν μερικές αυξήσεις επιτοκίων, αυτές θα είναι λίγες, προσωρινές και σύντομα θα ακολουθήσουν ξανά μειώσεις. Αυτό μπορεί πράγματι να συμβεί. Όμως και αυτή η εκτίμηση στηρίζεται στην ίδια κρίσιμη παραδοχή που έχει ήδη διαψευστεί επανειλημμένα, ότι η ενεργειακή κρίση θα αρχίσει σύντομα να αποκλιμακώνεται.
Η νέα φάση του πολέμου και τα σενάρια
Η πρώτη φάση του πολέμου περιστρεφόταν γύρω από το Ιράν και το Ορμούζ. Όμως η γεωγραφία της σύγκρουσης έχει πια διευρυνθεί, καθώς οι Χούθι έχουν σημειώσει σημαντικά εδαφικά κέρδη στην Υεμένη και έχουν εντείνει τις επιθέσεις εναντίον της Σαουδικής Αραβίας και ενεργειακών υποδομών. Έτσι, η κρίση έφτασε να επηρεάζει άμεσα δύο από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου, ενώ πλήττονται και υποδομές που δημιουργήθηκαν ακριβώς για να παρακάμπτουν το Ορμούζ.
Διαβάστε ακόμα – Σαουδική Αραβία: Οι Χούθι επιτέθηκαν σε πετρελαϊκή εγκατάσταση και στρατιωτική βάση
Αυτό περιπλέκει οποιαδήποτε προσπάθεια εξόδου από τον πόλεμο. Ουσιαστικά η Ουάσιγκτον έχει να διαλέξει ανάμεσα σε μια νέα μεγάλη στρατιωτική κλιμάκωση, μια συμφωνία αποκλιμάκωσης ή να συμβιβαστεί με τη συνέχιση του σημερινού ασταθούς αδιεξόδου.
Μια νέα εκεχειρία παραμένει υπό προϋποθέσεις δυνατή ακόμη και μέσα στους επόμενους μήνες. Ωστόσο, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι κυρώσεις, το καθεστώς του Ορμούζ, οι περιφερειακές δυνάμεις που συνδέονται με την Τεχεράνη και πλέον η ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας είναι διαφορετικά προβλήματα που δύσκολα λύνονται με μία συμφωνία.

Στο άλλο άκρο βρίσκεται η επιλογή μιας νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης. Μόνο που, έπειτα από επτά μήνες πολέμου, τα περιθώρια της Ουάσιγκτον δεν είναι απεριόριστα. Η σύγκρουση έχει ήδη πιέσει τα αποθέματα πυραύλων και άλλων κρίσιμων πυρομαχικών, ενώ η αναπλήρωσή τους απαιτεί χρόνο και αφορά συστήματα που οι ΗΠΑ θεωρούν απαραίτητα και για άλλα μέτωπα. Παράλληλα, το δημοσιονομικό κόστος έχει ήδη ανέβει στα 38 δισ. δολάρια και αυξάνεται κατά περίπου 3 δισ. τον μήνα, ενώ η άνοδος του πετρελαίου και του πληθωρισμού μεταφέρει όλο και μεγαλύτερο μέρος του κόστους στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Ανάμεσα στην εκεχειρία και σε μια νέα μεγάλη κλιμάκωση βρίσκεται το τρίτο σενάριο, που όσο περνά ο χρόνος γίνεται όλο και λιγότερο θεωρητικό. Ένας πόλεμος ανοιχτής διάρκειας, που θα μπορούσε να ταλαιπωρεί την υφήλιο και την παγκόσμια οικονομία για χρόνια.
Έπειτα από επτά μήνες πολέμου, το μόνο σίγουρο είναι ότι οι περισσότερες από τις παραδοχές με τις οποίες ξεκίνησε αυτή η σύγκρουση έχουν καταρρεύσει. Αυτό δεν σημαίνει ότι από εδώ και πέρα θα επαληθεύεται αναγκαστικά το δυσμενέστερο σενάριο. Μια εκεχειρία μπορεί να έρθει γρηγορότερα από όσο φαίνεται σήμερα, το Ορμούζ μπορεί να ανοίξει ξανά και οι τιμές της ενέργειας να υποχωρήσουν αισθητά. Όμως, μετά από τόσες διαψεύσεις, αναπόφευκτα θα πρέπει να δεχτούμε ότι τα δυσμενή σενάρια, τα οποία μέχρι χθες θεωρούνταν «ακραία», αξίζουν μεγαλύτερης προσοχής.
INSIDER.GR











