

ΡεπορτάζΕλένη Στεργίου
Η συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, τα πεπραγμένα της κυβέρνησης και τα πολιτικά μηνύματα.
Η αντιπαράθεση των συνταγματολόγων για το Άρθρο 86 δεν είναι απλώς μία ακαδημαϊκή διαφωνία. Γύρω από το συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος υπάρχει ένα πραγματικό πολιτικό διακύβευμα που αφορά την αναβάθμιση των θεσμών και την εξασφάλιση ότι το πολιτικο προσωπικό κινείται εντός της θεσμικής κανονικότητας, με απώτερο σκοπό να αποκτήσει ξανά η ελληνική κοινωνία εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Συνάμα, η συζήτηση για τη συνταγματική ρύθμιση μοιάζει να παραπέμπει ταυτόχρονα σε έναν έμμεσο σχολιασμό του εκλογικού συσχετισμού των δυνάμεων μετά τις εκλογές, ενώ ανοίγει την κρίσιμη συζήτηση για εάν υπάρχει η θεσμική δυνατότητα να εξεταστούν τα πεπραγμένα μιας κυβέρνησης μετά τη λήξη της θητείας της.
Και αυτό σχετίζεται άμεσα με τους όρους που παίρνει η πολιτική και κομματική αντιπαράθεση. Την ώρα που η ΝΔ βλέπει ποσοστά τα οποία σαφώς σημαίνουν ότι οι πολίτες δεν της δίνουν έγκριση για αυτοδυναμία και ενώ διαμορφώνεται μια κοινωνική ανάγκη για συνεργασία προοδευτικών δυνάμεων, εισέρχεται δυναμικά στην πολιτική συζήτηση ένα ερώτημα: οι σοβαρές υποθέσεις-σκάνδαλα θα διερευνηθούν ποτέ; Θα υπάρξει διερεύνηση των ευθυνών μίας κυβέρνησης;
Ο Νίκος Παπασπύρου, αν. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και Διευθυντής του Εργαστηρίου Συνταγματικών Ερευνών της Νομικής του ΕΚΠΑ διευκρινίζει:
Πρώτον, για υπουργικά αδικήματα που συντελέστηκαν πριν την προηγούμενη αναθεώρηση του Συντάγματος (28.11.2019), έχει παρέλθει η προθεσμία δίωξης που τότε ίσχυε και άρα δεν μπορούν να ελεγχθούν πλέον. Για ότι τυχόν συμβεί μετά, ισχύει ο γενικός κανόνας παραγραφής. Έτσι, π.χ. τυχόν πλημμελήματα ήθελε θεωρηθεί ότι συντελέστηκαν μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021, έχουν ήδη παραγραφεί και ομοίως δεν μπορούν να ελεγχθούν κ.ο.κ.
Δεύτερον, το νέο σύστημα, αν αναθεωρηθεί το άρθρο 86, θα ισχύει και για παλαιές υποθέσεις (εννοείται, όσες δεν έχουν παραγραφεί). Δηλαδή, π.χ. ενώ σήμερα δίωξη ασκεί η Βουλή, αν αύριο την ασκεί ένα δικαστικό όργανο και η Βουλή δεν έχει ρόλο, ή αν απλώς δίνει μία άδεια ή έχει μόνο εξουσία αναστολής, αυτές οι νέες ρυθμίσεις θα ισχύουν για όλες τις υποθέσεις.
Τρίτον, ζήτημα ανακύπτει μόνο για τις ολίγες εκείνες περιπτώσεις που η Βουλή έχει ήδη ψηφίσει να μην προχωρήσει η διερεύνηση. Πάντως και εκείνες (και εφόσον εννοείται δεν έχουν παραγραφεί), αν ανακύψουν νέα, ουσιώδη στοιχεία, μπορούν να ελεγχθούν, οπότε θα ισχύσει το νέο σύστημα.
Υποκλοπές, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ
Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και κορυφαίος συνταγματολόγος Ευάγγελος Βενιζέλος, μιλώντας στη Ράνια Τζίμα στο πλαίσιο του κύκλου συζητήσεων που ανοίγει το in, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Το Σύνταγμα ταπεινώνεται γιατί μετατρέπεται σε ένα πρόσχημα, σε ένα εργαλείο παραπλάνησης, κοροϊδίας της κοινής γνώμης».
Και συνεχίζει ο κ. Βενιζέλος: «Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας χρησιμοποίησε ωμά το άρθρο 86 για να υψώσει θώρακα προστασίας των μελών της που θα μπορούσαν να είναι ποινικά υπόλογοι για πολύ μεγάλες υποθέσεις, αυτές που κυριαρχούν στον δημόσιο βίο. Ξεκινώ από τις υποκλοπές, που δεν έχουν διερευνηθεί με βάση την ευθύνη Υπουργών. Συνεχίζω με τα Τέμπη, όπου το μοντέλο Τριαντόπουλου, το λεγόμενο, είναι ο ευτελισμός του άρθρου 86. Και ακολουθεί ο ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου ζήσαμε τη «νύχτα των κρυστάλλων» στη Βουλή, με τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας να φεύγουν για να δημιουργηθεί τεχνητό πρόβλημα και δήθεν να ψηφίσουν με επιστολικές ψήφους».
Επισημαίνει λοιπόν ότι ο κ. Μητσοτάκης λέει «θα κάνουμε τώρα το θαυμάσιο άρθρο 86». Το κομβικό όμως είναι ότι δεν θα ισχύει για Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ και υποκλοπές, και βάζει στο τραπέζι την πρόταση να δεσμευτεί η ΝΔ ότι θα ισχύει αναδρομικά.
Πρέπει, καταλήγει ο κ. Βενιζέλος, «να αλλάξει το άρθρο 86 και η Νέα Δημοκρατία να δεσμευτεί ότι για τις αμιγώς δικονομικές διατάξεις, που δεν υπάρχει πρόβλημα αναδρομικότητας, θα καταληφθούν και οι υποθέσεις που είναι υπό διερεύνηση. Δηλαδή υποκλοπές, Τέμπη και ΟΠΕΚΕΠΕ».
«Δεν στάθηκαν αρωγοί στην προσπάθεια της ΑΔΑΕ για διαλεύκανση του συνταγματικού σκανδάλου των υποκλοπών»
«Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ όταν ανέλαβα την προεδρία της ΑΔΑΕ, ότι 50 χρόνια μετά τη μεταπολίτευση και 40 χρόνια μετά την είσοδο της χώρας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, θα αντιμετωπίζαμε ένα τέτοιας διαστάσεως συνταγματικό σκάνδαλο» τονίζει, στη Ράνια Τζίμα στο πλαίσιο του κύκλου συζητήσεων στο in, ο δικαστικός Χρήστος Ράμμος, που διετέλεσε αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και ήταν πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) όταν αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο,. Έκανε λόγο για μεγάλη δοκιμασία, συνάμα και πρόκληση, καθώς κλήθηκε να διαφυλάξει την έννοια του νόμου, το κύρος της Αρχής, το ίδιο το Σύνταγμα χωρίς καν να υπάρχει νομολογία για την αντιμετώπιση τέτοιων θεμάτων.
Καταφατική είναι η απάντηση του κ. Ράμμου ως προς τη διαπίστωση ότι ο όλος χειρισμός του σκανδάλου παραπέμπει σε επιχείρηση συγκάλυψης ή έστω παρεμπόδισης της διερεύνησής του.
Αναμένοντας την απόφαση του Δικαστηρίου και χωρίς να αποκλείει η υπόθεση να ξανανοίξει στο μέλλον αν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις δεν διστάζει να πει ότι για το σκάνδαλο των υποκλοπών μέχρι τώρα «νομίζω ότι τη μεγάλη εικόνα δεν τη μάθαμε. Παραμένει κρυφή και άγνωστη».
Ο βαθύς προβληματισμός του ως προς το πόσο συχνά πρέπει να αλλάζει το Σύνταγμα και ποιες διατάξεις πρέπει να περιλαμβάνει, δίνει τη θέση του στη βεβαιότητα. Όταν η συζήτηση φτάνει στο άρθρο 86, που υποστηρίζει ότι σαφώς πρέπει να αλλάξει. «Η πρακτική έδειξε ότι το άρθρο 86 χρησιμοποιήθηκε όχι για την ανάδειξη της αλήθειας και για τη διερεύνηση των υποθέσεων, αλλά για να κλείσουν τα θέματα». Ως προς την αλλαγή που προτείνει, «δεν υπάρχει νομίζω άλλη λύση από το να ανατεθεί πλέον η δίωξη των υπουργών στη δικαιοσύνη. Στο φυσικό δικαστή όλων των Ελλήνων».
Άρθρο 86: Η ΝΔ δεν είναι ο εγγυητής των θεσμών αλλά ο υπονομευτής τους;
Η Νέα Δημοκρατία έχει οικοδομήσει ένα σημαντικό μέρος της πολιτικής της ρητορικής πάνω στο αίτημα της θεσμικής κανονικότητας και της κυβερνητικής σταθερότητας. Η παρέμβαση του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ και κορυφαίου συνταγματολόγου Ευάγγελου Βενιζέλου, πέραν από τη θεσμική της βαρύτητα, αποτελεί και πολιτική αιχμή, αποδομώντας εμμέσως πλην σαφώς αυτό το αφήγημα.
Πλέον η ΝΔ βρίσκεται στο στόχαστρο μιας κριτικής που υποστηρίζει ότι η κυβερνητική παράταξη είναι ο εγγυητής των θεσμών αλλά ο υπονομευτής τους. Σε αυτό το φόντο η συζήτηση για το άρθρο 16 αποκτά και χαρακτήρα αυξανόμενης πολιτικής πίεσης προς την κυβέρνηση.
Η συζήτηση για το Άρθρο 86, η παρέμβαση του Ευάγγελου Βενιζέλου, όπως και η αντιπαράθεσή του με τον Νίκο Αλιβιζάτο –έναν από τους πλέον αναγνωρισμένους συνταγματολόγους της χώρας– αποδεικνύει ότι είναι ένα ζήτημα που εντάσσεται σε ένα σύνθετο πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο. Εντός αυτού η έννοια της «εγγύησης των θεσμών» αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα κα συνδέεται άμεσα και με τη συζήτηση περί του εφικτού ή όχι της αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας.
Η αντιπαραβολή με τον Νίκο Αλιβιζάτο αναδεικνύει επίσης τις διαφορετικές προσεγγίσεις και αντιλήψεις για τη λειτουργία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και για τα όρια της πολιτικής ευθύνης.
Αντιπαράθεση Βενιζέλου-Αλιβιζάτου για το άρθρο 86
Τι έδειξε η έντονη αντιπαράθεση στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών; Έφερε στο προσκήνιο τις διαφορετικές προσεγγίσεις γύρω από το άρθρο 86 του Συντάγματος, που ρυθμίζει το ζήτημα της ποινικής ευθύνης των υπουργών. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν οι τροποποιήσεις που υιοθετήθηκαν το 2001, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο κινείται η διαδικασία ποινικής δίωξης κατά μελών της κυβέρνησης.
Ο Νίκος Αλιβιζάτος υποστήριξε ότι η Ελλάδα αποτελεί εξαίρεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς η άσκηση ποινικών διώξεων κατά υπουργών εξαρτάται από ένα αμιγώς πολιτικό όργανο. «Δεν μπορεί η Βουλή να αποφασίζει, όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, αν θα παραπεμφθεί ένας υπουργός», σημείωσε, χαρακτηρίζοντας τη διατύπωση της αναθεώρησης του 2001, που δίνει αποκλειστική αρμοδιότητα στη Βουλή, ως οπισθοδρόμηση σε σχέση με το Σύνταγμα του 1975.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος απάντησε κάνοντας λόγο για «παραπληροφόρηση». Όπως είπε, ποτέ στο παρελθόν, από το 1864, δεν υπήρχε η δυνατότητα η δικαστική εξουσία να ασκήσει ποινική δίωξη κατά υπουργών χωρίς την εμπλοκή της Βουλής. «Επί του άρθρου 86 όλα τα δέχτηκε η Δικαιοσύνη», είπε, υπενθυμίζοντας ότι τα τελευταία χρόνια υπήρξαν διαφορετικά αποτελέσματα στην υπόθεση Novartis και στις υποθέσεις των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ. «Για να έχετε μια αίσθηση για το πόσο δεσμευτικό είναι. Η απόφαση είναι πολιτική», πρόσθεσε.

Το νομικό παράδοξο που σώζει υπουργούς από τη Δικαιοσύνη – Ο ρόλος του άρθρου 86
Το Άρθρο 86 του Συντάγματος ρυθμίζει την ποινική ευθύνη υπουργών και αποτελεί για πολλές δεκαετίες σημείο έντονης κοινωνικής και πολιτικής αμφισβήτησης.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι χειρισμοί της κυβερνητικής πλειοψηφίας στο θέμα των προανακριτικών για τα Τέμπη, όπου επιλέχθηκε να παρακαμφθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για τους υπουργούς (Τριαντόπουλο, Καραμανλή), χωρίς δηλαδή να γίνει κανονική προανακριτική επιτροπή. Μάλιστα, στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η πλειοψηφία αποφάσισε να μην ξεκινήσει καν η διαδικασία της προκαταρκτικής διερεύνησης και να εξελιχθεί σε μια εξεταστική επιτροπή, όπου η λίστα των μαρτύρων θα αποφασίζεται επίσης από την πλειοψηφία.
Άρθρο 86 και πλειοψηφία: Προανακριτικές κατά το δοκούν
Το άρθρο 86 αφήνει παράθυρο να μην προχωρήσει η προκαταρκτική διερεύνηση ευθύνης υπουργών. Η κυβέρνηση, έχοντας την πλειοψηφία, αποφασίζει, για παράδειγμα, αν ένας υπουργός της θα παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη, αν θα προηγηθεί Προανακριτική ή αν η υπόθεση δεν θα εξεταστεί καθόλου με Προανακριτική (π.χ. ΟΠΕΚΕΠΕ). Επιπλέον, εάν μια κυβέρνηση κερδίσει και τις επόμενες εκλογές, μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτό το γεγονός ως οριστικό απαλλακτικό βούλευμα. Και βέβαια υπάρχει η δυνατότητα μια κυβέρνηση να κάνει αποδεκτή τη συγκρότηση της προανακριτικής, αλλά μετά να αναπέμψει την υπόθεση στη δικαιοσύνη, άρα να μην υπάρξει ουσιαστικά η λειτουργία της προανακριτικής με την ιδιαίτερη φόρτιση και δημοσιότητα που αυτή έχει.
Είναι εύλογο το συμπέρασμα ότι με το ισχύον πλαίσιο υπάρχουν διάφορα εμπόδια στη διερεύνηση και αξιολόγηση των υποθέσεων όπου έχουν εμπλακεί μέλη της κυβέρνησης. Γίνεται εμμέσως πλην σαφώς κατανοητό πως η ελληνική κυβέρνηση πάτησε πάνω στο ισχύον πλαίσιο προκειμένου, όπως φαίνεται εκ του αποτελέσματος, να αποφύγει τις προανακριτικές για υπουργούς στη διερεύνηση της σιδηροδρομικής τραγωδίας, ακόμη και εάν αποδέχτηκε την εκκίνηση της διαδικασίας υπό το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής. Παρομοίως, συνέβη και στο σκάνδαλο με τις αγροτικές επιδοτήσεις και τους υπουργούς που εμπλέκονται στις δικογραφίες, όπου εκεί η κυβέρνηση θεώρησε ότι μπορούσε να προχωρήσει χωρίς οποιαδήποτε παραπομπή, «πετώντας τη μπάλα» στην εξέδρα των «διαχρονικών κακοδαιμονιών».
Κρίνεται λοιπόν αναγκαία η τροποποίηση του άρθρου 86, ώστε να αποτρέπει την εκάστοτε πολιτική ηγεσία και την κυβέρνηση να το χρησιμοποιεί κατά το δοκούν για τη σύσταση ή μη των Προανακριτικών Επιτροπών. Δηλαδή, εάν είναι να διατηρηθεί η δυνατότητα της Βουλής να εκκινεί διώξεις, αυτό θα πρέπει να γίνεται με ένα πλαίσιο που να διευκολύνει την απόδοση ευθυνών και όχι τη συγκάλυψη. Ο φόβος ότι δεν θα πρέπει η μία παράταξη να ποινικοποιεί την άλλη, όταν αλλάζει ο πολιτικός συσχετισμός, δεν μπορεί να καταλήγει στην ατιμωρησία.
IN.GR











