Κάθε φορά που συμβαίνει ένα φρικιαστικό έγκλημα με θύματα παιδιά, όπως αυτό στην Κυψέλη, επιστρέφει στον δημόσιο λόγο ένα ερώτημα που θα έπρεπε να μη φεύγει ποτέ: τι κάνει το κοινωνικό κράτος για να προλάβει καταστάσεις προτού φτάσουμε στο τελικό χτύπημα; Πώς γίνεται να μην υπάρχουν κοινωνικές υπηρεσίες ικανές να προλάβουν τέτοια εγκλήματα — ειδικά όταν γνωρίζουμε ότι τα πρόσωπα που εμπλέκονται, θύτες και θύματα, ήταν γνωστά στις αρχές;
Η Κυψέλη είναι κραυγαλέο παράδειγμα. Ο 43χρονος πατέρας είχε ποινικό μητρώο για μαστροπεία, τα παιδιά είχαν προηγουμένως απομακρυνθεί ήδη μία φορά από την οικογένεια και ο πατέρας ουσιαστικά τα απήγαγε μέσα από το νοσοκομείο Παίδων και τα πήρε μαζί του στο σπίτι. Όσο ξετυλίγεται το κουβάρι των όλο και πιο ανατριχιαστικών λεπτομερειών, το ερώτημα περί ευθύνης μετατοπίζεται κάτω από το βάρος της είδησης. Τις πταίει, μεν, αλλά ας δούμε και το γιατί: έχει εγκαταλείψει η Ελλάδα την κοινωνική πρόνοια στη μοίρα της;
Η εκκωφαντική απουσία του Κράτους
Τον Ιούνιο που μας πέρασε, ο ΣΚΛΕ (Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας) συναντήθηκε με τον υπουργό Επικρατείας, Άκη Σκέρτσο, ώστε να συζητηθεί — και ιδανικά να επιλυθεί σε, έστω, έναν βαθμό — μία αδιανόητα σκληρή κατάσταση:
Σύμφωνα με τον ΣΚΛΕ, στους 332 δήμους της Ελλάδας έχουμε μόνο 545 μόνιμους κοινωνικούς λειτουργούς.
Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας — και σ’ αυτούς τους υπολογισμούς περιλαμβάνονται όχι μόνο οι μόνιμοι αλλά και οι συμβασιούχοι, που εργάζονται με ελαστικές σχέσεις εργασίας (ΕΣΠΑ κτλ) — οι πληθυσμιακές αναλογίες φτάνουν ως και έναν ή μία κοινωνική λειτουργό ανά 30.000 κατοίκους.
Σε εκείνη τη συνάντηση, ο Άκης Σκέρτσος ζήτησε από τον ΣΚΛΕ μία λίστα αιτημάτων, που δεν φέρει δημοσιονομικό κόστος η επίλυσή τους, ώστε να τα μεταφέρει προς ψήφιση στο κοινοβούλιο.
Στη συνέχεια, ο ΣΚΛΕ, επισημαίνοντας την ανάγκη υποστήριξης των κοινωνικών λειτουργών, ώστε να μπορέσουν να βοηθήσουν τα ευάλωτα μέλη της κοινότητας, έστειλε πράγματι λίστα αιτημάτων στον υπουργό Επικρατείας, μέσω της οποίας παρέπεμπε στις πολλαπλές παρεμβάσεις που έχει κάνει τα τελευταία χρόνια στα συναρμόδια υπουργεία.
Κομβικό ανάμεσα στα αιτήματα ήταν η επέκταση της νομικής υποστήριξης στους κοινωνικούς λειτουργούς που εργάζονται με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου σε ΟΤΑ Α΄ βαθμού και εκτελούν έρευνες συνθηκών διαβίωσης για ανηλίκους/ενηλίκους κ.ά., έπειτα από εισαγγελική παραγγελία, με αίτημα τροποποίησης του άρθρου 52 του ν. 4674/2020, ώστε να συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής του και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Αυτό επειδή, όπως έχει αναδείξει το in με ρεπορτάζ του, σε περιπτώσεις που κοινωνικοί λειτουργοί προσπάθησαν να διερευνήσουν υποθέσεις κακοποίησης κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, δέχθηκαν μηνυτήριες αναφορές από γονείς. Για τον ίδιο λόγο ζητήθηκε προσθήκη διάταξης αναφορικά με ποινική ευθύνη Κοινωνικών Λειτουργών σε περιπτώσεις έρευνας συνθηκών διαβίωσης ανηλίκων, ατόμων με αναπηρία, ηλικιωμένων κατόπιν σχετικής εισαγγελικής/δικαστικής εντολής.
Φυσικά, όμως, το βασικότερο αίτημα προκύπτει από το μεγαλύτερο «αγκάθι», δηλαδή την ακραία υποστελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών. Όπως τόνισε ο ΣΚΛΕ στην επιστολή του, «οι δήμοι αποτελούν τον βασικό πυλώνα κοινωνικής προστασίας, ωστόσο η στελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών είναι ανεπαρκής, παρουσιάζονται μεγάλες ανισότητες γεωγραφικά, η κατανομή προσωπικού είναι ανισομερής, πολλές κοινωνικές υπηρεσίες λειτουργούν με 1 κοινωνικό/ή λειτουργό για χιλιάδες κατοίκους και υπάρχουν Δήμοι χωρίς κανέναν κοινωνικό λειτουργό. Σε αυτό το πλαίσιο, απουσιάζει θεσμικά η ελάχιστη αναλογία κοινωνικών λειτουργών ανά πληθυσμό και οι παρεχόμενες υπηρεσίες τους τις περισσότερες φορές εξαρτώνται από χρηματοδοτούμενα ευρωπαϊκά προγράμματα με ημερομηνία λήξης και όχι από τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες».
Ως εκ τούτου, ο ΣΚΛΕ ζητάει πρόβλεψη μέσω νομοθετικής διάταξης για την θεσμοθέτηση Εθνικής Αναλογίας Κοινωνικών Λειτουργών ανά κατοίκους στους Δήμους της Ελλάδας, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά και διεθνή δεδομένα.
Η αναλογία που προτείνει ο ΣΚΛΕ είναι 1 κοινωνικός λειτουργός προς 2.500 κατοίκους.
Αν δηλαδή ακολουθούσαμε το ευρωπαϊκό πρότυπο, αυτό σημαίνει ότι ανά την επικράτεια, οι κοινωνικοί λειτουργοί θα έφταναν τους 4.400, έναντι 545 συν τους συμβασιούχους που υπάρχουν σήμερα, κάτι που καταδεικνύει με πολύ έντονο τρόπο το έλλειμμα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνικές υπηρεσίες της χώρας.
Φυσικά, η νομοθέτηση της Εθνικής Αναλογίας από μόνη της δεν δημιουργεί δημοσιονομικό κόστος. Δημιουργεί, όμως, την υποχρέωση να ακολουθήσουν προσλήψεις, οι οποίες σύμφωνα με τον ΣΚΛΕ είναι η ουσιαστική λύση.
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
«Το υπουργείο Εσωτερικών λέει ότι δεν ζητούν κοινωνικούς λειτουργούς οι Δήμοι» λέει στο in η πρόεδρος του ΣΚΛΕ, Τριανταφυλλιά Αθανασίου, «αλλά η ΚΕΔΕ επιμένει πως υπάρχει ανάγκη στελέχωσης και το υπουργείο Εσωτερικών δεν την καλύπτει με κοινωνικούς λειτουργούς».
Για να έχει κανείς στο μυαλό του μια τάξη μεγέθους, στην Αθήνα υπάρχουν 24 θέσεις κοινωνικών λειτουργών, αλλά έχουν καλυφθεί μόλις οι 14. Στον δήμο Μαδρίτης εργάζονται 1000 κοινωνικοί λειτουργοί.
«Το πρόβλημα δεν είναι το σύστημα παιδικής προστασίας» συνεχίζει η κυρία Αθανασίου «αλλά η ανυπαρξία του».
«Δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο προστασίας για το παιδί, που θα έπρεπε να ξεκινά από την στιγμή που γεννιέται. Να ελέγχεται η οικογένεια ως κατάλληλη ή μη, να ελέγχεται αν υπάρχει η δυνατότητα να μεγαλώσουν το παιδί, αν υπάρχει ποινικό μητρώο… Η τοπική αυτοδιοίκηση έχει αναλάβει τα πάντα. Αλλά ο ρόλος της θα έπρεπε να ξεκινά από την στιγμή της γέννησης, όχι από την στιγμή που παραγγέλνεται η εισαγγελική παρέμβαση. Σε αυτό το σημείο είναι πια πολύ αργά».
«Με αναλογία 1 προς 30.000 ή και κανέναν σε κάποιες περιοχές, οι ίδιοι οι κοινωνικοί λειτουργοί αδυνατούν να αντεπεξέλθουν. Εκτός από τα παιδιά, στη φροντίδα τους υπάγονται γενικώς τα ευάλωτα άτομα. Ανάπηρα άτομα, ηλικιωμένα, άτομα που ζούνε στο κοινωνικό περιθώριο και όλος αυτός ο όγκος εργασίας γίνεται δυσλειτουργικός μπροστά στο χάος της υποστελέχωσης».












