Εκτόξευση των τιμών του φυσικού αερίου στην Ευρώπη ακόμη και στα 200 ευρώ η μεγαβατώρα, τα οποία είχαν καταγραφεί κατά την ενεργειακή κρίση του 2022, περιλαμβάνουν τα σενάρια της Morgan Stanley.
Αν και δεν πρόκειται για το βασικό σενάριο των αναλυτών του οίκου, το εφιαλτικό αυτό ενδεχόμενο θα μπορούσε να επαληθευθεί στο α’ τρίμηνο του 2027, όπως εξηγούν, αν συμπέσουν δύο αρνητικές συγκυρίες: να παραμείνουν εκτός αγοράς σε όλη τη διάρκεια του χειμώνα οι προμήθειες LNG από το Κατάρ και οι θερμοκρασίες στην Ευρώπη να κινηθούν σε κανονικά ή χαμηλότερα από τα συνηθισμένα επίπεδα.
Βέβαια, ούτε το βασικό της σενάριο της Morgan Stanley είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό. Ο οίκος προβλέπει ότι η τιμή του TTF θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 85 ευρώ/MWh τον φετινό χειμώνα, ενώ στο ανοδικό σενάριο, η μέση τιμή ανεβαίνει στα 130 ευρώ/MWh.
Η μεγάλη απόσταση μεταξύ των 85 και των 200 ευρώ αποτυπώνει το μέγεθος της αβεβαιότητας που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Η ήπειρος προετοιμάζεται να μπει στον χειμώνα με τα χαμηλότερα αποθέματα φυσικού αερίου των τελευταίων 15 ετών, ενώ η γεωπολιτική κρίση έχει περιορίσει δραματικά τις διαθέσιμες ποσότητες LNG. Το κατά πόσο η Ευρώπη θα αποφύγει μια νέα ενεργειακή κρίση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τον καιρό και από την εξέλιξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Άδειες αποθήκες
Η τιμή του TTF έχει ήδη αυξηθεί περισσότερο από 150% από τα τέλη Φεβρουαρίου, από περίπου 30 ευρώ/MWh πριν από την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν σε σχεδόν 80 ευρώ/MWh. Η άνοδος οφείλεται στις ανησυχίες για το πώς θα εξελιχθούν οι μελλοντικές προμήθειες, αφού η κατάρρευση των εισαγωγών LNG στη διάρκεια του καλοκαιριού επιβράδυνε σημαντικά την πλήρωση των ευρωπαϊκών αποθηκών.
Η Morgan Stanley προβλέπει ότι τα αποθέματα θα φτάσουν στο τέλος της περιόδου πλήρωσης περίπου στο 71% της συνολικής χωρητικότητας. Πρόκειται για επίπεδο πέντε ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το προηγούμενο αρνητικό ρεκόρ του 2021 και περίπου 20 μονάδες χαμηλότερο από τον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας.
Σε έναν κανονικό έως ψυχρό χειμώνα, η Ευρώπη συνήθως καταναλώνει ποσότητες που αντιστοιχούν στο 60%-70% της αποθηκευτικής της δυναμικότητας. Εάν ξεκινήσει τη χειμερινή περίοδο με πληρότητα μόλις 71%, μια παρατεταμένη περίοδος χαμηλών θερμοκρασιών μπορεί να οδηγήσει τα αποθέματα σε κρίσιμα επίπεδα.
Όλα αυτά επηρεάζουν όχι μόνο την ευρωπαϊκή, αλλά και την παγκόσμια αγορά. Όσο λιγότερο αέριο διαθέτει στις αποθήκες της η Ευρώπη, τόσο περισσότερα φορτία LNG θα πρέπει να διεκδικήσει από την Ασία. Κι επειδή αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους αγοραστές που μπορούν να αυξομειώνουν γρήγορα τις εισαγωγές τους, η ανάγκη της Ευρώπης να προσελκύσει πρόσθετα φορτία μπορεί να ανεβάσει τις τιμές διεθνώς.
Το Κατάρ, το Ορμούζ και το στοίχημα του καιρού
Η αγορά υπολόγιζε ότι οι ροές LNG από το Κατάρ θα μπορούσαν να αποκατασταθούν εγκαίρως ώστε να επιτρέψουν στην Ευρώπη να ενισχύσει τα αποθέματά της πριν από τον χειμώνα. Αυτό το χρονικό περιθώριο έχει πλέον ουσιαστικά κλείσει. Οι ειδοποιήσεις ανωτέρας βίας προς τους Ευρωπαίους αγοραστές καταριανού LNG εκτείνονται μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου και προς τους Ασιάτες αγοραστές έως τις αρχές ή τα μέσα Οκτωβρίου. Η Morgan Stanley εκτιμά πλέον ότι οι ροές προς την Ευρώπη θα αρχίσουν να εξομαλύνονται κατά το α΄ τρίμηνο του 2027. Παράλληλα, οι ροές LNG μέσω των Στενών του Ορμούζ παραμένουν κάτω από το 5% των συνηθισμένων επιπέδων.
Στους βραχυπρόθεσμους κινδύνους προστίθενται οι εργασίες συντήρησης στη Νορβηγία τον Σεπτέμβριο και η σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών ρωσικού LNG κατά το α΄ τρίμηνο. Από τα τέλη του 2026 αναμένεται να αρχίσει να εισέρχεται στην παγκόσμια αγορά νέο δυναμικό υγροποιημένου φυσικού αερίου, σημαντικό μέρος του οποίου συνδέεται όμως με το Κατάρ και παραμένει εξαρτημένο από την ασφαλή διέλευση των Στενών του Ορμούζ.
Έτσι, ο βασικός παράγοντας που συγκρατεί την πρόβλεψη της Morgan Stanley στα 85 ευρώ/MWh είναι η προσδοκία για έναν σχετικά ήπιο χειμώνα, λόγω του ισχυρού φαινομένου Ελ Νίνιο. Η θέρμανση αντιστοιχεί περίπου στο 50% της χειμερινής κατανάλωσης φυσικού αερίου στην Ευρώπη και, ένας θερμότερος χειμώνας θα μπορούσε να μειώσει τη συνολική ζήτηση κατά περίπου 4% σε σύγκριση με την περίοδο 2025-2026 και να αφήσει τις αποθήκες στο 26% στο τέλος Μαρτίου.
Η εξάρτηση από τον καιρό δεν αποτελεί, ωστόσο, ενεργειακή στρατηγική. Εάν ο τερματικός σταθμός Ras Laffan του Κατάρ παραμείνει εκτός λειτουργίας όλο τον χειμώνα και οι θερμοκρασίες κινηθούν σε κανονικά ή χαμηλότερα επίπεδα, το TTF θα μπορούσε, έστω και στιγμιαία, να πλησιάσει τα 200 ευρώ/MWh μέσα στο α΄ τρίμηνο του 2027. Σε αυτή την περίπτωση, τα αποθέματα πιθανότατα θα υποχωρήσουν κάτω από το 20%, μεταφέροντας την πίεση και στο επόμενο καλοκαίρι, όταν η Ευρώπη θα πρέπει να ξαναγεμίσει τις αποθήκες της.
Πληθωρισμός, ανάπτυξη και νέες αυξήσεις επιτοκίων
Η άνοδος του φυσικού αερίου ασφαλώς θα επηρεάσει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, τα τρόφιμα, τις μεταφορές και γενικότερα το κόστος παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών. Οι υπολογισμοί της Morgan Stanley δείχνουν ότι μια μόνιμη αύξηση του TTF κατά 10 ευρώ/MWh προσθέτει περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό σε ορίζοντα δύο ετών και αφαιρεί περίπου 0,1 μονάδα από το ΑΕΠ. Επειδή η τρέχουσα άνοδος θεωρείται προσωρινή, η επίπτωση στην ανάπτυξη εκτιμάται πιο περιορισμένη, περίπου στις 0,05-0,1 ποσοστιαίες μονάδες, κυρίως μέσα στο 2027.
Στο δυσμενές σενάριο, ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης θα μπορούσε να κορυφωθεί κοντά στο 4% τον Ιανουάριο του 2027, έναντι 3,7% στο βασικό σενάριο, και να παραμείνει πάνω από το 2% έως το τελευταίο τρίμηνο του έτους. Εάν οι υψηλές τιμές διατηρηθούν, δεν αποκλείονται νέες αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ, με τη συνεδρίαση του Δεκεμβρίου να αποτελεί το επόμενο κρίσιμο σημείο επανεξέτασης της νομισματικής πολιτικής.
IN.GR











