Τυπικά το ΝΑΤΟ δεν έχει τακτικές συνόδους κορυφής, ή για να χρησιμοποιήσουμε ακριβέστερη ορολογία, συνεδριάσεις του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου με συμμετοχή αρχηγών κρατών και όχι μονίμων αντιπροσώπων. Πιο αραιές το παρελθόν, πλέον η συχνότητά τους έχει πυκνώσει, ιδίως μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία. Άλλωστε, ήταν ο πόλεμος που ξέσπασε μετά την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» της Ρωσίας στην Ουκρανία που φάνηκε να δίνει ξανά στη συμμαχία μια αίσθηση ενότητας έναντι ενός κοινού στόχου, που άλλωστε ήταν η ιστορική συνέχεια του προηγούμενου κοινού στόχου, εάν θυμηθούμε ότι το ΝΑΤΟ φτιάχτηκε ως μηχανισμός ανάσχεσης της «σοβιετικής απειλής».
Όμως, ήταν πάλι ο πόλεμος στην Ουκρανία αυτός που έδειξε τα όρια της σημερινής διάταξης της συμμαχίας αλλά και της δυνατότητάς της να αναλάβει δράση. Γιατί μπορεί να εκφράστηκε πολύπλευρα η υποστήριξη των κρατών-μελών στην Ουκρανία, από την αποστολή στρατιωτικού υλικού, μέχρι τη χρηματοδοτική υποστήριξη και κατά πάσα πιθανότητα την παρουσία εξειδικευμένου στρατιωτικού προσωπικού, όμως, ούτε το ΝΑΤΟ κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία, ούτε οι χώρες-μέλη ανέλαβαν μια πιο άμεση στρατιωτική δράση, φοβούμενα ότι αυτό θα πυροδοτούσε μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, που θα περιλάμβανε και την άμεση αντιπαράθεση δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων.
Ωστόσο, σε αυτές τις ενεργές τα τελευταία τέσσερα χρόνια αντιφάσεις εντός του ΝΑΤΟ προστέθηκε και άλλη μία με τον ερχομό του Ντόναλντ Τραμπ ξανά στην προεδρία των ΗΠΑ. Αυτή δεν αφορούσε μόνο την πολύ έντονη, αρχικά τουλάχιστον, προσπάθεια των ΗΠΑ να δοκιμάσουν μια γρήγορη διαπραγμάτευση απευθείας με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου, παρά τις αντιρρήσεις των συμμάχων τους, αλλά και τον τρόπο που οι ΗΠΑ φάνηκε να υποστηρίζουν ότι δεν θέλουν να παίξουν πια τον ίδιο ρόλο του εγγυητή της ασφάλειας της Ευρώπης. Η λύση που προκρίθηκε, δηλαδή η δέσμευση των εταίρων για ανάληψη πολύ μεγαλύτερου τμήματος των οικονομικών βαρών του ΝΑΤΟ, μέσα από την αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών τους σταδιακά στο 3,5% του ΑΕΠ, που ήδη μεταφράστηκε στο ότι τα υπόλοιπα κράτη-μέλη συνέβαλαν 139 δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα το 2025 σε σύγκριση με το 2024, μπορεί να διαμόρφωσε ένα κοινό έδαφος – και να αποτέλεσε οικονομικά συμφέρουσα λύση για τις ΗΠΑ αφού μεγάλο μέρος αυτής της επιπλέον δαπάνης θα αφορά αγορές αμερικανικών οπλικών συστημάτων – όμως δεν έλυσε το συνολικότερο πρόβλημα ενότητας.
Αυτό ακριβώς ορίζει και το πεδίο μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στις 7 και 8 Ιουλίου στην Άγκυρα, με το μεγάλο ερώτημα να είναι εάν θα έχουμε μια παγίωση των αντιφάσεων ή μια προσπάθεια η συμμαχία να φανεί πιο ενωμένη.
Η σκιά του πολέμου στο Ιράν
Εδώ πρέπει να πούμε ότι την ενότητα του ΝΑΤΟ δεν βοήθησε ιδιαίτερα ούτε η απόφαση των ΗΠΑ να προχωρήσουν μονομερώς σε έναν πόλεμο εναντίον του Ιράν, σε συνεργασία με το Ισραήλ, έναν πόλεμο που εξαρχής είχε πρωτίστως κόστος για τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της συμμαχίας και που όπως εξελίχτηκε ήταν αδύνατο και για τις ΗΠΑ να τον κερδίσουν. Αντίστοιχα, δεν βοήθησε ιδιαίτερα ο εκνευρισμός με τον οποίο αντιμετώπισε ο Τραμπ όσες χώρες αρνήθηκαν να διευκολύνουν τις ΗΠΑ σε αυτόν τον πόλεμο, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ισπανία. Ας μην ξεχνάμε ότι ήταν ο συνδυασμός ανάμεσα στην κήρυξη εμπορικών πολέμων, τις μονομερείς αποφάσεις πολεμικών επιχειρήσεων και τις αμφισβητήσεις της κυριαρχίας μελών της συμμαχίας (είτε της Δανίας σε σχέση με τη Γροιλανδία είτε του Καναδά) που οδήγησε π.χ. τον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ να κάνει μια ιστορική ομιλία στο πρόσφατο Φόρουμ στο Νταβός και να μιλήσει για ένα «ρήγμα στην παγκόσμια τάξη».
Βεβαίως, θα μπορούσε κανείς να επισημάνει ότι η ρητορική του Τραμπ κατά της συμμαχίας, που σίγουρα έχει απήχηση σε ένα ακροατήριο που σαφώς ερμηνεύει το Make America Great Again και ως απόσυρση των ΗΠΑ από περιπέτειες εκτός συνόρων, δεν σημαίνει απαραίτητα και έξοδο της Αμερικής, ιδίως εάν αναλογιστούμε και τον σύνθετο τρόπο με τον οποίο χαράσσεται και υλοποιείται η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Άλλωστε, ο ίδιος ο κύκλος γύρω από τον Τραμπ περιλαμβάνει τόσο υποστηρικτές ενός μεγαλύτερου απομονωτισμού όσο και ενός πιο παραδοσιακού «νεοσυντηρητικού» επεμβατισμού. Πάντως, η αμερικανική κοινή γνώμη είναι πιο επιφυλακτική απέναντι στο ΝΑΤΟ. Όπως ανάφερε δημοσίευμα του Politico, σε έρευνα οργανωμένη από το ΝΑΤΟ μόνο το 43% των ενήλικων Αμερικανών πιστεύουν ότι οι συμμαχικές χώρες θα βοηθούσαν τις ΗΠΑ εάν αυτές δέχονταν επίθεση
Όλα αυτά μπορούν να εξηγήσουν και ορισμένες φαινομενικές παλινωδίες των ΗΠΑ που τη μία στιγμή ανακοινώνουν αποσύρσεις σημαντικών δυνάμεων από τη Γερμανία ή την Πολωνία και στη συνέχεια αποσαφηνίζουν ότι αυτές δεν είναι τόσο σημαντικές ώστε να αλλάζουν την πραγματική κατάσταση.
Ο δύσκολος δρόμος προς την ευρωπαϊκή άμυνα
Άλλωστε, το πιο βασικό ερώτημα είναι εάν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι μπορούν να αναμετρηθούν με το βάρος της επιλογής που θα μπορούσε να ήταν ένα σημείο ισορροπίας με τις ΗΠΑ: δηλαδή να αναλάβουν οι ίδιες οι ευρωπαϊκές χώρες το μεγαλύτερο μέρος του κόστους της ευρωπαϊκής άμυνας. Γιατί μπορεί να έχουν υπάρξει βήματα προς την αύξηση της οικονομικής τους συνεισφοράς, συμπεριλαμβανομένου και του φιλόδοξου ReArm Europe, όμως, δεν έχουν πείσει ότι μπορούν όντως να έχουν μια κοινή αμυντική πολιτική, σχεδιασμό και συντονισμό. Γιατί προς το παρόν εξακολουθούν να στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στην υποστήριξη που έχουν σε επίπεδο πληροφοριών, συντονισμού και αμυντικής υποστήριξης από τις ΗΠΑ. Επιπλέον, η κλίμακα της αμιγώς ευρωπαϊκής πυρηνικής δύναμης αποτροπής είναι περιορισμένη, όπως περιορισμένη είναι η αυτοτελής ευρωπαϊκή ικανότητα αεράμυνας ή χρήσης πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς. Καθόλου τυχαία επομένως η προσπάθεια να πείσουν τις ΗΠΑ να συνεχίσουν να αναλαμβάνουν σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής άμυνας, υπογραμμίζοντας, όπως έκανε πρόσφατα ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μάρκ Ρούτε το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή κούρσα εξοπλισμών, ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων, θα μπορέσει να συντηρήσει 195.000 θέσεις εργασίας στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία.
Εάν όλα αυτά θα οδηγήσουν σε ένα θετικό κλίμα στη σύνοδο κορυφής, ιδίως από τη μεριά του Ντόναλντ Τραμπ, είναι κάτι που θα το μάθουμε σύντομα. Όμως, ανεξαρτήτως κλίματος και ρητορικής τα ανοιχτά ερωτήματα θα παραμένουν, ιδίως όταν περιλαμβάνουν και το εάν ή όχι το «δόγμα Τραμπ» θα επιβιώσει των επόμενων αμερικανικών προεδρικών εκλογών το 2028.
Η Τουρκία διεκδικεί αναβαθμισμένο ρόλο
Και εάν μέχρι τώρα τα κρίσιμα ερωτήματα περιλαμβάνουν πρωτίστως τις ευρωαμερικανικές σχέσεις, το ίδιο το γεγονός ότι η Σύνοδος θα γίνει στην Άγκυρα επαναφέρει και το ζήτημα που αφορά την παρουσία της Τουρκίας μέσα στη συμμαχία. Γιατί η Τουρκία εξακολουθεί να έχει μια αναβαθμισμένη θέση μέσα στη συμμαχία. Οι ένοπλες δυνάμεις της είναι οι δεύτερες σε μέγεθος μετά τις αμερικανικές, ούτως ή άλλως έχει μεγάλες αμυντικές δαπάνες, ενώ χωρίς να έχει έρθει σε ρήξη με τη Ρωσία έχει συμβάλλει στο να μην μπορέσουν οι Ρώσοι να ενισχύσουν τις θέσεις τους στη Μαύρη Θάλασσα. Επιπλέον, η επάνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο έχει βελτιώσει το κλίμα, πράγμα που φαίνεται στην συμφωνία για την προμήθεια αμερικανικών κινητήρων General Electric για το τουρκικής κατασκευής μαχητικό 5ης γενιάς ΚΑΑΝ, αλλά και στις κατά καιρούς δηλώσεις – αλλά όχι αποφάσεις – για ενδεχόμενη επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 από το οποίο αποκόπηκε ως αποτέλεσμα των κυρώσεων για την προμήθεια των ρωσικών πυραύλων S-400. Πρόσφατα ο γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε υπογράμμισε τη σημασία της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας. Και βέβαια παρότι στην Τουρκία μια δυσπιστία απέναντι στο ΝΑΤΟ ως συνασπισμού που ενώ δέχτηκε τουρκική στήριξη δεν ανταπέδωσε τη βοήθεια παραμένει ισχυρή, εντούτοις ο Ερντογάν εδώ και καιρό έχει «ξεμπερδέψει» με τις φωνές που θα ήθελαν μια πιο ανεξάρτητη «ευρασιανική» εξωτερική πολιτική.
Έτσι, η Τουρκία εδώ και καιρό διεκδικεί να έχει αναβαθμισμένο ρόλο στο ΝΑΤΟ. Φάνηκε αυτό όταν χρησιμοποίησε το δικαίωμα βέτο που έχει για να αποσπάσει παραχωρήσεις από τη Σουηδία και τη Φιλανδία για την εισδοχή τους. Επιπλέον, είναι μια χώρα του ΝΑΤΟ που η «ζώνη ευθύνης» της περιλαμβάνει ταυτόχρονα όχι μόνο την Ευρώπη, αλλά και τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία και με αυτή την έννοια έχει αναβαθμισμένη στρατηγική αξία, ενώ έχει αποκαταστήσει σχέση με χώρες που παραδοσιακά συνομιλούν με τη Δύση όπως η Αίγυπτος. Άλλωστε, ακόμη και στο βασικό θέμα που τη διαχωρίζει, ως προς τη ρητορική, από περισσότερα άλλα κράτη-μέλη, δηλαδή τη στάση απέναντι στο Ισραήλ, είναι σαφές ότι κυρίως θέλει να υποστηρίξει ότι η ίδια είναι πολύ πιο φερέγγυα ως δύναμη σε σχέση με τη συνολικότερη ασφάλεια και σταθερότητα της περιοχής.
Εάν κάτι ωστόσο απασχολεί την Τουρκία είναι ακριβώς η θέση της μέσα στην όποια μελλοντική αρχιτεκτονική της συμμαχίας. Εδώ αυτό που φαντάζει ως πρόκληση για την Άγκυρα είναι το γεγονός ότι οποιαδήποτε μετατόπιση του ΝΑΤΟ προς μια μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτοτέλεια και ανάληψη ρόλου σημαίνει εμμέσως και μεγαλύτερη διαμεσολάβηση της πολιτικής διαδικασίας προς έναν ήδη υπάρχοντα θεσμό, την Ευρωπαϊκή Ένωση, στον οποίο η Τουρκία δεν συμμετέχει και στον οποίο – παρότι τυπικά υπό ένταξη μέλος – δεν θα συμμετάσχει. Μάλιστα, ένας συνδυασμός ανάμεσα στην μεγαλύτερη έμφαση τους ευρωπαϊκούς θεσμούς σε συνδυασμό με μια συνεχιζόμενη προσήλωση των ΗΠΑ στο Ισραήλ, θα διαμόρφωνε μια αρκετά πιεστική συνθήκη για την Τουρκία. Αυτό εξηγεί και γιατί η Τουρκία θα κάνει ό,τι μπορεί ώστε να αντισταθμίσει τέτοιες τάσεις με την υπογράμμιση του πόσο στρατηγικά αναγκαία παραμένει για τη συμμαχία σε σχέση με το σύνολο των μετώπων που έχει σήμερα ανοιχτά η Δύση.
Βεβαίως όλα αυτά θα εξαρτηθούν και από το ίδιο το μέλλον της συμμαχίας και εάν το ρήγμα που για πολλούς έχει ήδη επέλθει, μπορεί κάπως να γεφυρωθεί.
IN.GR












