«Θύμα» των γεωπολιτικών αναταράξεων και της ενεργειακής κρίσης που «μαστίζει» τις ευρωπαϊκές αγορές, με ορατές πλέον επιπτώσεις τόσο στα βασικά οικονομικά «μεγέθη» των χωρών όσο στη βιομηχανία, κινδυνεύει να αποτελέσει η προώθηση του πράσινου υδρογόνου και των συνθετικών καυσίμων με την Κομισιόν να εξετάζει μια «συντεταγμένη» υποχώρηση στο σχετικό σχεδιασμό.
Ειδικότερα, ο λόγος γίνεται ενόψει της νέας ευρωπαϊκής οδηγίας για τις ΑΠΕ, γνωστής ως RED IV (Renewable Energy Directive IV) όπου αναμένεται να αποκρυσταλλωθεί η προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην προώθηση της ενεργειακής μετάβασης με το βασικό «δίλημμα» να αποτελεί η «ταχύτητα», δηλαδή αν θα διατηρηθεί η υφιστάμενη «πράσινη» στοχοθεσία στους παραπάνω τομείς, επιταχύνοντας τις σχετικές διαδικασίες ή θα υιοθετηθεί μια πιο συγκρατημένη στάση στο όνομα της «ευελιξίας» και του «ρεαλισμού» σε μια προσπάθεια να περιοριστεί το κόστος της ενεργειακής μετάβασης.
Η προσοχή εστιάζει, όπως προαναφέρθηκε, στις λιγότερο ώριμες «πράσινες» τεχνολογίες όπως είναι τα καθώς και στην «καρδιά» της ενεργειακής μετάβασης που είναι το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων ρύπων CO2, το λεγόμενο ETS 2.
Τα μέχρι στιγμής δεδομένα, όπως αποκαλύπτουν αρμόδιες πηγές με γνώση των διεργασιών που διεξάγονται στις Βρυξέλλες, αποτυπώνουν δυσκολία στην εξεύρεση «κοινού τόπου» με τα βασικά «στρατόπεδα» τόσο σε θεσμικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο να διακρίνονται σε αυτούς που επιμένουν στην «πεπατημένη» της πράσινης μετάβασης ως έχει διαμορφωθεί μέχρι τα σήμερα και σε αυτούς που «καλοβλέπουν» την αναθεώρηση των πραγμάτων υπέρ μιας μεγαλύτερης ευελιξίας.
Ενδεικτική είναι η παρέμβαση 170 εταιρειών από ολόκληρη την ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας του υδρογόνου προς την Κομισιόν την προηγούμενη εβδομάδα, ζητώντας να μην εγκαταλειφθούν οι δεσμευτικοί στόχοι μετά το 2030 για τα ανανεώσιμα καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης, τα γνωστά RFNBO.
Από δεσμευτικούς περνάμε σε ενδεικτικούς στόχους
Ως γνωστόν, η Κομισιόν, συζητώντας την διαμόρφωση της νέας οδηγίας για τις ΑΠΕ, εξετάζει την μετατροπή των δεσμευτικών στόχων που έχουν οριστεί για μετά το 2030 σε ενδεικτικούς με το «κύμα αναθεώρησης» να παρασέρνει ανάλογους στόχους στο κομμάτι της εμπορίας ρύπων, ιδίως στο ETS2 καθώς και στο τομέα της ενεργειακής εξοικονόμησης με μια λογική να καταστούν λιγότερο «φιλόδοξοι».
Αναλυτικότερα, δεν προβλέπεται η συνέχιση των δεσμευτικών εθνικών ποσοστώσεων για το ανανεώσιμο υδρογόνο μετά τους σημερινούς χρονικούς ορίζοντες. Αντί γι’ αυτές, εξετάζεται ένας ενδεικτικός, μη δεσμευτικός στόχος σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, περίπου 8 εκατ. τόνων ετησίως έως το 2040, για χρήση στη βιομηχανία και στα διυλιστήρια.
Το κρίσιμο είναι ότι αυτό δεν σημαίνει κατάργηση των στόχων που ισχύουν σήμερα. Η RED III εξακολουθεί να προβλέπει ότι τα RFNBO – τα ανανεώσιμα καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης, στα οποία περιλαμβάνεται το ανανεώσιμο υδρογόνο – πρέπει να καλύπτουν τουλάχιστον το 42% του υδρογόνου που χρησιμοποιεί η βιομηχανία το 2030 και το 60% το 2035. Στις μεταφορές προβλέπεται επίσης ελάχιστος στόχος 1% RFNBO έως το 2030.
Η αλλαγή που συζητείται αφορά επομένως το τι θα ακολουθήσει μετά από αυτούς τους χρονικούς σταθμούς και, κυρίως, αν η Ευρώπη θα συνεχίσει να επιβάλλει συγκεκριμένες υποχρεώσεις ανά κράτος ή θα περάσει σε ένα πιο ευέλικτο σύστημα.
Αντίθετη η αγορά
Από την πλευρά της η οικεία βιομηχανία του κλάδου φέρεται να απορρίπτει το σενάριο του ευέλικτου μοντέλου καθώς σε μια τέτοια περίπτωση εκτιμάται ότι θα υπάρξει συνολική οπισθοχώρηση σε μια στιγμή που χρειάζεται περαιτέρω στήριξη για την ωρίμανση των εν λόγω τεχνολογιών.
Η συζήτηση για πιθανή αποδυνάμωση των δεσμευτικών στόχων, όπως ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο Γιώργος Χατζημαρκάκης, Διευθύνων Σύμβουλος του Hydrogen Europe σε πρόσφατες δηλώσεις του στο, ηλεκτρονικό τύπο, δημιουργεί ήδη αβεβαιότητα στην αγορά. Ο ίδιος συμπληρώνει ότι οι επενδύσεις στο ανανεώσιμο υδρογόνο έχουν μακρύ χρόνο απόσβεσης και χρειάζονται αξιόπιστους αγοραστές και πολυετείς συμβάσεις απορρόφησης. Εάν οι επιχειρήσεις δεν γνωρίζουν ποιες υποχρεώσεις θα ισχύουν μετά το 2030 ή το 2035, μπορεί να αναβάλουν τις συμφωνίες ή να ζητήσουν μικρότερη διάρκειά τους και περισσότερες ρήτρες εξόδου.
«Οι τράπεζες δεν χρηματοδοτούν ενδεικτικές φιλοδοξίες. Χρηματοδοτούν προβλέψιμες ταμειακές ροές, συμβατικά κατοχυρωμένες ποσότητες και εφαρμόσιμες υποχρεώσεις» αναφέρει σχετικά, εξηγώντας την ίδια στιγμή ότι χωρίς εξασφαλισμένα μελλοντικά έσοδα αυξάνεται το κόστος κεφαλαίου και μπορεί να καθυστερήσει ακόμη και η τελική επενδυτική απόφαση. «Η αβεβαιότητα για τη ζήτηση του αύριο αυξάνει, επομένως, το κόστος της επένδυσης σήμερα».
Σε κάθε περίπτωση, οι διεργασίες αναμένεται να συνεχιστούν με δεδομένη ωστόσο την δυσκολία να βρεθεί κοινή συνισταμένη δίχως να παρθούν κρίσιμες αποφάσεις που θα κλείνουν προς την μία ή την άλλη πλευρά του διλήμματος, όταν μάλιστα, το ευρύτερο ενεργειακό επίδικο σε επίπεδο ΕΕ είναι ακριβώς κατά πόσο η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης μπορεί να αποτελέσει απάντηση ή όχι για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και την μείωση του ενεργειακού κόστους.
INJSIDER.GR











